Πάμε κινηματογράφο;

Η σα-να-πούμε ζωή ενός 12χρονου σύριου πρόσφυγα στις πανάθλιες παραγκουπόλεις του Λιβάνου, φιλμαρισμένη με εξαιρετική δύναμη, ντοκιμαντερίστικη αληθοφάνεια και συγκλονιστικές ερμηνείες από το ερασιτεχνικό/ προσφυγικό/ καραβοτσακισμένο καστ.

Ας ξεκινήσουμε από τα τυπικά –και τα, ας πούμε, εύκολα. Η τρίτη ταινία της Λιβανογαλλίδας Λαμπακί ξεκινάει σε αίθουσα δικαστηρίου της Βηρυτού, όπου ένα σιδηροδέσμιο 12χρονο αγόρι ονόματι Ζάιν (Ραφέεα, συγκλονιστικός) θέλει να μηνύσει τους γονείς του (η Χαντάντ και ο Γιουσέφ) επειδή «με έφεραν στον κόσμο»… Ο μικρός εκτίει ποινή, επειδή μαχαίρωσε τον Ασάαντ (Χουσεϊνί), έναν 30άρη μπακάλη στον οποίον οι γονείς του πούλησαν την 11χρονη αδελφή του (Ιζάμ) με αντάλλαγμα κάτι κότες. Φεύγουμε από το δικαστήριο –η αφήγηση επιστρέφει εκεί για το φινάλε– και παρακολουθούμε την απερίγραπτα εξαθλιωμένη και κακοποιητική ζωή που ζούσε ο Ζάιν, μέχρι να φυλακιστεί. Σύριοι πρόσφυγες, ο Ζάιν, οι γονείς του, και ων ούκ έστιν αριθμός αδέλφια επιβιώνουν σε ρυπαρή τρώγλη, κάνοντας δουλειές του ποδαριού, της παρανομίας, και του δρόμου. Για φροντίδα, στοργή και ενσυναίσθηση, ούτε λόγος. Μετά την πώληση της αδελφής (συνταρακτική, βερίστικη σκηνή, και με εξαιρετικό μοντάζ των Κονσταντίν Μποκ και Λορ Γκαρντέτ), ο Ζάιν το σκάει από το σπίτι. Για να καταλήξει, μετά από ιλαροτραγικές περιπέτειες, στο επίσης φτωχικό κατάλυμα της Ραχίλ (Σίφερο), μιας παράνομης μετανάστριας από την Αιθιοπία, που δουλεύει καθαρίστρια σε λουναπάρκ και κρύβει απ’ όλους την ύπαρξη του μωρού της (Μπανκόλε). Εδώ, όμως, μέσα στην ένδεια και την εξαθλίωση, ξεπροβάλλει μια κάποια στοργή∙ μια υποψία συναισθηματικής κανονικότητας. Το μεγαλύτερο, και σίγουρα καλύτερο, κομμάτι της ταινίας εστιάζει στην «σχέση» μεταξύ του Ζάιν και του μωρού, καθώς ο σκληροτράχηλος μα υπεύθυνος πιτσιρίκος χρίζεται μπέιμπι-σίτερ του βρέφους. Και μετά από την ξαφνική εξαφάνιση της Ραχίλ, ο περπατημένος ανήλικος γίνεται και κηδεμόνας του μικρού «κρυφού» Αιθίοπα…

Capernaum 607Capernaum 607

Υποψήφια για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, διπλά βραβευμένη στις περσινές Κάννες, και προδήλως έτη φωτός μακριά από υπερηρωικά μπλοκμπάστερ και σινεφιλικά κομψοτεχνήματα που σπάνε ταμεία, η ταινία της Λαμπακί είναι μια κανονικότατη γροθιά στο στομάχι. Το προσφυγικό, τα παρατημένα παιδιά, ο ρατσισμός, η ισοπεδωτική αδιαφορία, τα εγκληματικά λάθη των ενηλίκων παρελαύνουν από την ταινία, χωρίς να καταφεύγουν σε φτηνούς συναισθηματισμούς. Το καταπληκτικότερο, όμως, είναι πως όλος αυτός ο εξαιρετικά ενορχηστρωμένος ζόφος υπηρετείται από ερασιτέχνες, των οποίων η ζωή/ ιστορία διόλου δεν απέχει από εκείνη των χαρακτήρων που υποδύονται. Τέσσερα χρόνια έψαχνε η παραγωγή αυθεντικά location, ενώ η υπεύθυνη κάστινγκ, Τζένιφερ Χαντίντ, αναζητούσε τα πρόσωπα που θα μετέφεραν ατόφια την καταγγελία, το συναίσθημα και το στόρι στο πανί. Έξι μήνες κράτησαν τα γυρίσματα αποδίδοντας 500 ώρες υλικού… Και πριν προλάβει κανείς να ψιθυρίσει τίποτα για εκμετάλλευση, σημειώστε πως η παραγωγή ίδρυσε ΜΚΟ, η οποία θα στηρίζει οικονομικά, και όχι μόνο, όλους τους «ηθοποιούς» της ταινίας. Λίγο μετά το Φεστιβάλ Καννών, πάντως, ο Ζάιν αλ Ραφέεα και η οικογένειά του, αληθινοί πρόσφυγες από τη Συρία, έγιναν δεκτοί στη Νορβηγία, πήραν την υπηκοότητα, έχουν κανονικό σπίτι –ελπίζουν, ζουν…

Σκηνοθεσία
Ναντίν Λαμπακί
Σενάριο
Ναντίν Λαμπακί, Τζιχάντ Χοτζέιλι, Μισέλ Κεσεργουάνι
Πρωταγωνιστούν
Ζάιν Αλ Ραφέεα, Γιορντάνος Σίφερο, Καουσάρ Αλ Χαντάντ, Σέντρα Ιζάμ, Μπολουγουατίφε Τρέζουρ Μπανκόλε, Φαντί Καμέλ Γιουσέφ, Νουρ Ελ Χουσεϊνί
Διάρκεια
121
Χώρα
Λίβανος, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Δράμα
Πρεμιέρα