Το πρόγραμμα του Ποταμιού: Το πολιτικό εκκρεμές του μεσαίου χώρου… Καπάκος Σταύρος

Το πρόγραμμα του Ποταμιού: Το πολιτικό εκκρεμές του μεσαίου χώρου

Η μικρή προγραμματική του μετατόπιση προς τα αριστερά συνοδεύεται με νεοφιλελεύθερες εμμονές καθιστώντας εύθραυστη την ισορροπία, τόσο σε επίπεδο στελεχικού δυναμικού όσο και στην κοινωνική του βάση, σε περίπτωση που αναγκαστεί να πάρει κρίσιμες επιλογές εξουσίας

Το Ποτάμι είναι ένας νέος πολιτικός σχηματισμός και, από αυτή την άποψη, είναι αναμενόμενο να διαμορφώνει βαθμιαία τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά και να συγκροτεί σταδιακά την κοινωνική του βάση. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα περνά εδώ και μια πενταετία κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, η οποία κατά ένα μεγάλο μέρος απαντήθηκε από την αλματώδη εισβολή του ΣΥΡΙΖΑ στο πολιτικό προσκήνιο. Κατά συνέπεια αναμενόμενο είναι να εμφανίζονται νέα κόμματα, τα οποία επιχειρούν να απαντήσουν στην κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης και τα οποία μετασχηματίζονται βαθμιαία, μέσα από αντιφάσεις.

Το πρώτο ζήτημα σε ό,τι αφορά το Ποτάμι είναι η εσωτερική του αντιφατικότητα. Η αίσθηση που αποκομίζει κανείς ακούγοντας τον επικεφαλής του είναι ότι πρόκειται για μια μεταρρυθμιστική σοσιαλίζουσα, ελευθεριακή φυσιογνωμία. Εξού και η έμμεση συμμετοχή του στην ομάδα των ευρωσοσιαλιστών καθώς και η προσπάθεια εκπροσώπησης του λεγόμενου μεσαίου χώρου.

Το ζήτημα των μεταρρυθμίσεων είναι κομβικό για τη φυσιογνωμία ενός πολιτικού οργανισμού. Δεν είναι το ίδιο να εκφέρει κανείς έναν αφηρημένο μεταρρυθμιστικό λόγο, με τις μεταρρυθμίσεις που οδηγούν στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης μέσω της αναδιανομής του πλούτου και της λειτουργικής αναδιάρθρωσης του κοινωνικού κράτους. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές έχουν προοδευτικό πρόσημο, ενώ αντίθετα είναι συντηρητικές αυτές που οδηγούν σε διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων και σε υποχώρηση, αν όχι εκθεμελίωση, του κοινωνικού κράτους, όπως κάνει για παράδειγμα η σημερινή μνημονιακή κυβέρνηση.

Επίσης είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα οι υποτιθέμενες μεταρρυθμίσεις που αφυδατώνουν και ευτελίζουν τη δημοκρατική διαδικασία ενισχύοντας τις πιο αυταρχικές πλευρές του πολιτικού συστήματος κι άλλο αυτές που την εμπλουτίζουν και την ουσιαστικοποιούν. Αυτή η διαφορά είναι θεμελιώδης στη διάκριση Δεξιά – Αριστερά, όσο κι αν προσπαθούν ορισμένοι “μεσοχωρίτες” να την υποβαθμίσουν.

Στο Ποτάμι διακρίνει κανείς μία ακόμη εσωτερική αντίφαση. Ενώ δηλαδή μιλά πλέον για “ασφάλιση για όλους”, την ονομάζει Εθνική Ασφάλιση Υγείας με δωρεάν πρόσβαση, και για συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αν και διευκρινίζει ότι “δεν πρέπει να αποθαρρύνουν την αύξηση της παραγωγικότητας και της απασχόλησης”, την ίδια ώρα στο επίμαχο θέμα του ασφαλιστικού ζητεί να είναι “πλήρως ανταποδοτική” η σύνταξη και “χωρίς κρατικές ενισχύσεις”, θέση που δεν έχουν ούτε οι νεοφιλελεύθεροι, οι οποίοι ζητούν τη μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου αλλά όχι την κατάργησή της.

Είναι προφανές ότι άλλος έχει γράψει το ένα κεφάλαιο κι άλλος το άλλο των θέσεων του Ποταμιού, που είναι αντιφατικές και με εντελώς διαφορετικό πολιτικό υπόβαθρο.

Εκείνο που θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς είναι ότι το Ποτάμι έχει αμβλύνει τη μνημονιακή ρητορική, την οποία είχε αρχικά, όταν στελέχη του χαρακτήριζαν αναγκαίες πολλές από τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που επιβάλλονται στην ελληνική κοινωνία, οι οποίες μάλιστα εμφανίζονταν ως εκσυγχρονισμός, ενώ υποβάθμιζε την εσωτερική τους συνοχή ως συστατικών στοιχείων της στρατηγικής της εσωτερικής υποτίμησης.

Η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης όμως έχει μια λογική, και αυτή είναι η μείωση μέχρι σημείου σύνθλιψης της εργασίας, η μαζική ανεργία, η εκθεμελίωση του κοινωνικού κράτους και των δημόσιων αγαθών και η απαξίωση των περιουσιακών αξιών. Ακόμη κι αν υποβαθμίσει κανείς -πράγμα εντελώς λανθασμένο- την ενίσχυση των αυταρχικών πλευρών του συστήματος εξουσίας, δεν μπορεί να συμφωνεί με τη γραμμή της εσωτερικής υποτίμησης και να το παίζει αθώος του αίματος καταγγέλλοντας γενικώς τον παλαιοκομματισμό.

Στις θέσεις που παρουσίασε το Ποτάμι την περασμένη εβδομάδα διακρίνει κανείς μια υποχώρηση των αντιλήψεων που πηγάζουν από την αποδοχή της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης, ενώ στο Μνημόνιο αναφέρεται μια-δυο φορές και χωρίς θετικό πρόσημο. Μένει να δούμε αν αυτή η τάση θα ενισχυθεί ή αν θα υπάρξει δεξιά παλινόρθωση.

Στην παιδεία προτάσσεται η θέση για τη δυνατότητα “ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων” (σ.σ.: υποθέτω ότι ο συγγραφέας κατανοεί τη διαφορά τους από τα ιδιωτικά), έπεται η θέση να δοθεί άδεια στους καθηγητές “για να κάνουν φροντιστηριακά μαθήματα όπως και οι γιατροί του ΕΣΥ ιδιωτικά ιατρεία”, ενώ οι ουσιαστικές προτάσεις για μεταρρυθμίσεις από το Δημοτικό μέχρι το Πανεπιστήμιο λείπουν παντελώς, αν δεν εξαντλούνται στο υποχρεωτικό μάθημα “καινοτομίας και επιχειρηματικότητας” και στη μείωση της ανισότητας από την προσχολική ηλικία, στοιχείο ενδιαφέρον αλλά ατάκτως ερριμμένο.

Νεοφιλελεύθερης έμπνευσης είναι η θέση του Ποταμιού για τη φορολογία. Προτείνει “μείωση της φορολογίας” και “ενιαία φορολογική κλίμακα για όλα τα εισοδήματα” χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Αν δεν έχει γίνει κάποιο λάθος, πράγμα όχι απίθανο για νέο κόμμα, τότε το Ποτάμι προτείνει να φορολογούνται με τον ίδιο τρόπο, με “ενιαία κλίμακα”, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα με τα υψηλά, πράγμα που ούτε το σημερινό άδικο σύστημα αποδέχεται, αφού τουλάχιστον ως προς τους συντελεστές είναι προοδευτικό σε μεγάλο βαθμό. Τι προτείνει το Ποτάμι; Να φορολογείται με τον ίδιο τρόπο το εισόδημα των 20.000 ευρώ με το εισόδημα των 500.000 ευρώ; Δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει ότι προτείνει κάτι τέτοιο.

Υπάρχουν πολλά στοιχεία που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης, όπως η αντίληψη για μάνατζερ από τον ιδιωτικό τομέα από τα σχολεία μέχρι τα δικαστήρια, λές και στο Δημόσιο δεν υπάρχουν αξιόλογα στελέχη. Ακόμη τα ζητήματα της οικονομίας, όπου λείπει παντελώς ως στόχος η υποκατάσταση των εισαγωγών, των θέσεων εργασίας (σ.σ.: συνολικά προτείνονται 700.000 νέες θέσεις στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα), του εκλογικού νόμου, του νέου πατριωτισμού αλλά και της κοστολόγησης του προγράμματός του, πράγμα όχι αμελητέο. Ενώ υπάρχουν κι άλλες, όπως το μεταναστευτικό, ο διαχωρισμός Εκκλησίας – κράτους, που δείχνουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα του.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που πρέπει να δούμε κλείνοντας είναι η αντίληψη του πολιτικού Κέντρου, η οποία δείχνει ότι η προτεραιότητά του είναι η κάλυψη του πολιτικού κενού που αφήνει η υποχώρηση του ΠΑΣΟΚ, της ΔΗΜ.ΑΡ. αλλά και της Ν.Δ. Το “Κίνημα του Κέντρου” ή το “Κέντρο των Αλλαγών”, όπως ανέφερε ο επικεφαλής του Ποταμιού, σε μια προσπάθεια να προσδιορίσει τη φυσιογνωμία του σε αντιδιαστολή με τη διάκριση Δεξιά – Αριστερά.

Πριν από 20 χρόνια η θεμελιώδης διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς στις δυτικές χώρες, όπως έλεγε ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, ο οποίος σημειωτέον ήταν σοσιαλιστής, επικεντρωνόταν στο αίτημα της ισότητας και λιγότερο της ελευθερίας -και τα δύο προτάγματα αποτελούν κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Σήμερα, με την ανισότητα να επεκτείνεται πέραν των μεγάλων περιφερειακών αντιθέσεων και στο εσωτερικό των χωρών (σ.σ.: το Ποτάμι φαίνεται να το αναγνωρίζει υποστηρίζοντας: “Η Ελλάδα είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη ανισότητα στην Ε.Ε. μεταξύ πλουσίων και φτωχών”) και τη δημοκρατική διαδικασία να περιορίζεται από τους πολιτικούς εκφραστές των ζόμπι της οικονομικής ορθοδοξίας, επαφίεται στην Αριστερά η υπεράσπιση συνολικά των προταγμάτων της Γαλλικής Επανάστασης: “Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη”.

Όποιος αρνείται ή υποβαθμίζει αυτήν τη θεμελιακή διάκριση, ή είναι απαίδευτος πολιτικά ή συμπεριφέρεται καιροσκοπικά ως πολιτικό εκκρεμές ή, αν προέρχεται από την Αριστερά, πιστεύει σε μια ξεπερασμένη αντίληψη. Διαλεκτική θα πει κίνηση και εξέλιξη, τόσο στην κοινωνία όσο και στην πολιτική. Η ακινησία δεν ταιριάζει στην Αριστερά, παρά μόνο στην καρικατούρα της. Ασφαλώς τα στελέχη του Ποταμιού γνωρίζουν, πρέπει να γνωρίζουν, ότι η επίκληση του Κέντρου δεν σε απαλλάσσει από δεξιές πρακτικές. Και τέτοιες αντιλήψεις (λαθρο)βιώνουν στο Ποτάμι.

Ο Χάμπερμας, κατεξοχήν εκφραστής της γραμμής της ορθολογικής σύγκλισης των απόψεων, τον οποίο συχνά επικαλούνται νεόκοποι υποστηρικτές της πολιτικής μεσότητας, στηρίζει τη δυνατότητα αυτή στο κοινωνικό κράτος, τη δημοκρατική λειτουργία και τη στρατηγική της ευημερίας. Όσοι τον αντιγράφουν σήμερα, αποξενώνοντας τη συνολική του πρόταση από τις θεμελιώδεις κοινωνικές και οικονομικές της προϋποθέσεις, τον ευτελίζουν. Ο Χάμπερμας δεν στήριξε δεξιές, πολύ περισσότερο νεοφιλελεύθερες πολιτικές, με τις οποίες σταθερά διαφώνησε και συνεχίζει να διαφωνεί.