Επιστροφή στο 2010;

Οι πρόσφατες εξελίξεις στις αγορές θυμίζουν έντονα τις αρχές του 2010. Μέσα σε λίγες ημέρες τα επιτόκια του δεκαετούς ομολόγου εκτοξεύτηκαν από το 6,5% στο 9%, η κυβέρνηση αντέτεινε ότι οι αντιδράσεις των αγορών είναι υπερβολικές ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε την στήριξή της προς την Ελλάδα. Τι προκάλεσε αυτές τις αντιδράσεις και τι σημαίνουν για την προσπάθεια απεμπλοκής από το μνημόνιο;

Γράφει ο Μανόλης Γαλενιανός

Εκ πρώτης όψεως, ο πανικός των αγορών μοιάζει αναίτιος: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, τόκων συμπεριλαμβανομένων, για το 2014 προβλέπεται να πέσει κάτω από το 3% του ΑΕΠ έναντι 15,6% το 2009, η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα μεγεθυνθεί φέτος για πρώτη φορά από το 2007, ενώ τον Απρίλιο επανήλθαμε στις αγορές με την επιτυχή πώληση ομολόγων.

Ενώ, όμως, η χρηματοδότηση του προϋπολογισμού και των τόκων του χρέους δεν είναι πια δυσβάσταχτη λόγω της μείωσης του ελλείμματος, η αναχρηματοδότηση του κεφαλαίου του ληξιπρόθεσμου χρέους παραμένει προβληματική. Για να έχουμε μια αίσθηση των μεγεθών, το κεφάλαιο του ληξιπρόθεσμου χρέους της Ελλάδας προς ΔΝΤ και ιδιώτες για το 2015 θα είναι 17 δισ. και οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες (μαζί με τη χρηματοδότηση του ελλείμματος) θα ανέλθουν στα 20 δισ. Από αυτά, τα 8 δισ. είναι προγραμματισμένο να βρεθούν από την τρόικα και τις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ τα υπόλοιπα 12 δισ. αποτελούν το «χρηματοδοτικό κενό» του 2015 που θα χρειαστεί να καλυφθεί από τις αγορές.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι το ύψος του επιτοκίου που θα ζητήσουν οι αγορές για αυτά τα 12 δισ. Όπως γράψαμε τον περασμένο Απρίλιο, η Ελλάδα παραμένει χώρα υψηλού κινδύνου λόγω της αμφισβητούμενης βιωσιμότητας του χρέους. Συνεπώς, οι αγορές θα μας δανείσουν χαμηλότοκα μόνο με κάποια μορφής στήριξη από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ. Η κυβέρνηση όμως ανακοίνωσε ότι όχι μόνο δεν θα χρειαστεί επιπλέον στήριξη αλλά δεν θα εισπράξει καν τα εναπομείναντα 9 δισ. του μνημονίου το 2015 και 2016. Αυτή η κίνηση αυξάνει το ποσό που πρέπει να αντληθεί από τις αγορές σε μια δύσκολη χρονιά και, κυρίως, ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το αποτέλεσμα, όπως είδαμε, ήταν η άμεση άνοδος των επιτοκίων η οποία ανάγκασε την κυβέρνηση σε ταχύτατη αναδίπλωση.

Αυτή η εξέλιξη έχει πολλά διδάγματα για τις δυνατότητες απεμπλοκής της χώρας από το μνημόνιο. Η επόμενη κυβέρνηση θα κληρονομήσει μια αρκετά καλή δημοσιονομική κατάσταση με χαμηλά, σχεδόν μηδενικά, ελλείμματα. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται απόλυτη ελευθερία κινήσεων καθώς οι λήξεις ομολόγων μεταξύ 2015 και 2019 ανέρχονται στα 50 δισ. ευρώ και η αναχρηματοδότησή τους εξαρτάται από την εμπιστοσύνη των αγορών, η οποία, όπως μόλις είδαμε, κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι.

Το συμπέρασμα είναι ότι η «καθαρή έξοδος» από το μνημόνιο είναι ανέφικτη: η επιστροφή στις αγορές χρειάζεται να είναι σταδιακή και να έχει την πλήρη και συνεχή στήριξη της ΕΕ και του ΔΝΤ, είτε με την παροχή νέων δανείων είτε με τη δημιουργία ταμείου βοήθειας για την περίπτωση που οι αγορές δεν «συνεργαστούν». Οι δανειστές μας, φυσικά, θα ζητήσουν ανταλλάγματα για αυτή τη στήριξη, οπότε κάποια μορφής εποπτεία θα συνεχιστεί. Αλλά, όπως έδειξαν οι τελευταίες ημέρες, η εναλλακτική της εποπτείας είναι η επιστροφή στο 2010.