Όσοι γλείφουν δεν γλύφουν… Νίκος Σαραντάκος

Εναλλακτικός τίτλος του άρθρου θα μπορούσε να είναι «Πόσοι από σας γλύφετε;» ή και «Κανείς δεν γλύφει». Αλλά σε αυτό θα φτάσουμε μετά.

Πριν από μερικές μέρες έδωσα τις διορθώσεις για ένα βιβλίο που, καλώς εχόντων των πραγμάτων θα φτασει στα βιβλιοπωλεία τον Δεκέμβριο, έναν ακόμα τόμο με χρονογραφήματα του Βάρναλη, τούτη τη φορά με θέμα τους συμβάντα παρμένα από το αστυνομικό δελτίο, γι’ αυτό και «Αστυνομικά» ο τίτλος του.

Στο βιβλίο αυτό, όπως και σε όλα τα παλαιότερα κείμενα που κάνω επιμέλειά τους, το κείμενο έχει μονοτονιστεί και η ορθογραφία έχει εκσυγχρονιστεί στα σημερινά. Αυτή η τακτική πιστεύω πως είναι γενικά η επιβεβλημένη, και ακόμα περισσότερο όταν έχουμε κείμενα εφημερίδων, που δεν διασώζουν δηλαδή τις ορθογραφικές προτιμήσεις του συγγραφέα (στην περίπτωση του Βάρναλη, αυτό θα ήταν γραφές όπως «μάβρος» ή «λεφτεριά») αλλά τις συμβάσεις της εποχής -και επειδή ακριβώς διασώζουν συμβάσεις της εποχής, αλλού βλέπεις «είνε» και αλλού «είναι», αλλού «σακάκι» και αλλού «σακκάκι» και πάει λέγοντας. Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, σε κάποιο χρονογράφημα, ο Βάρναλης, αναφερόμενος σε κάποιο περιστατικό κλοπής σε αποθήκη, απορεί που ο ιδιοκτήτης δεν είχε βάλει νυχτοφύλακα, παρόλο που, όπως λέει, και ο νυχτοφύλακας μπορεί να έκλεβε, αλλά σαφώς λιγότερα. Και παραθέτει τη γνωστή παροιμία:

«ποιος έχει τα δάχτυλα στο μέλι και δεν τα γλύφει;»

Εδώ υπάρχει ορθογραφικό λάθος, που δεν το διόρθωσα αμέσως γιατί το λυπήθηκα. Και σε δυο-τρία άλλα χρονογραφήματα η λέξη αυτή ήταν γραμμένη λάθος. Τελικά όμως, αφού είπα να εναρμονίσω την ορθογραφία, έκρινα ότι έπρεπε κι αυτό να διορθωθεί, και το διόρθωσα.

Εννοώ, βέβαια, τη λέξη «γλύφει», που τη διόρθωσα σε «γλείφει».

Τη διόρθωσα, επειδή τυπικά είναι λάθος -λάθος που δεν το πιάνει ο κορέκτορας, διότι ο τύπος «γλύφει» είναι υπαρκτός, έστω κι αν χρησιμοποιείται ελάχιστα με τη σωστή σημασία του.

Τις προάλλες, που σας είχα καλέσει να μαζέψουμε συχνά ορθογραφικά λάθη, ένα από τα πρώτα που αναφέρατε ήταν το μπέρδεμα ανάμεσα στα ομόηχα ρήματα «γλείφω» και «γλύφω».

Ομόηχα τα ρήματα, αλλά με σημασία ανόμοια (έστω και επικαλυπτόμενη κατά κάποιο τρόπο) και ετυμολογία επίσης διαφορετική.

Το ρήμα «γλείφω», που σημαίνει «διατρέχω ένα αντικείμενο με την επιφάνεια της γλώσσας μου», και που βέβαια έχει πάρει και μεταφορικές σημασίες πολύ κοινές, όπως «κολακεύω, φέρομαι δουλικά», ειναι μεσαιωνικό. Γράφεται έτσι επειδή προέρχεται από το αρχαίο «λείχω» ή «εκλείχω» (που έχει την ίδια κυριολεκτική σημασία).

Οι ετυμολόγοι υποθέτουν βάσιμα ότι η ανάπτυξη του γ έγινε από τη συμπροφορά «τονλείχω» ή από το εκλείχω με τροπή του κ σε γ, η δε τροπή του χ σε φ πιθανώς υπό την επίδραση του «αλείφω».

Από την άλλη, το ομόηχο ρήμα «γλύφω» ειναι αρχαίο και είχε τη σημασία «σκάβω / λαξεύω, σμιλεύω». Από το ίδιο θέμα παράγεται ο γλύπτης, το γλυπτό, η γλυφίδα -και από την ίδια ρίζα ο γλαφυρός.

Καθώς τα δυο ρήματα ειναι ομόηχα, δεν είναι περίεργο που η ορθογραφία τους μπερδεύεται.

Μπερδεύεται μονόδρομα, δηλαδή πολλοί, πάρα πολλοί γράφουν «γλύφω» με τη σημασία «διατρέχω με τη γλώσσα» ή (το συνηθέστερο) «κολακεύω κτλ.» Κανείς δεν γράφει «γλείφω» με τη σημασία «σμιλεύω».

Στην πραγματικότητα, το ρήμα αυτό (το «γλύφω») είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο στα νέα ελληνικά. Έχουμε το γλυπτό, έχουμε τον γλύπτη, έχουμε την τέχνη της γλυπτικής, έχουμε δυστυχώς και την τοκογλυφία, αλλά κανείς ποτέ δεν λέει «γλύφω» με τη σημασία «σμιλευω, λαξεύω». Αν κάποιος κατασκευάζει γλυπτά, θα το πει με περίφραση. Συνάντησα έναν παλιό φίλο από τον στρατό τις προάλλες, ο οποίος έχει χόμπι τη γλυπτική και μου χάρισε ένα έργο του -αλλά δεν είπε ποτέ «μου αρέσει να γλ*φω», είπε «μ’ αρέσει να φτιάχνω γλυπτά».

Γι’ αυτό έγραψα στην αρχή του άρθρου ότι «κανείς δεν γλύφει».

Ωστόσο, όπως είπαμε, πολλοί γράφουν «γλύφω» εννοώντας «γλείφω» (το παγωτό ή τον προϊστάμενο). Ακόμα γράφουν «*γλύφτης» και «*γλύψιμο», που τους βάζω αστερισκο διότι εδώ δεν υπάρχει καν ομοηχία: αυτός που φτιάχνει γλυπτά λέγεται γλύπτης και το έργο του λέγεται γλυπτό, επομένως κανονικά οι προηγούμενες λέξεις γράφονται «γλείφτης» και «γλείψιμο».

Ή αλλιώς, άλλη η δουλειά του γλύπτη κι άλλη του τσανακογλείφτη, για να παραφράσουμε το παροιμιώδες με τον ναύτη και τον καντηλανάφτη.

Ωστόσο, το λαθάκι είναι πολύ συχνό -κι εγώ το κάνω καμιά φορά όταν δεν προσέχω, και δικαιολογείται από το ότι το ένα από τα δυο ρήματα είναι ουσιαστικά απόν με την κανονική σημασια του από τη σημερινή γλώσσα.

Η μόνη περίπτωση που έχω δει να γράφεται «γλύφω» με σημασία που θα μπορούσε να εκληφθεί ως «σμιλεύω» είναι σε φράσεις του τύπου «το κυματάκι έγλ*φε τα βράχια της ακτής» -πράγματι, εδώ μπορούμε να πούμε ότι συνυπάρχουν οι δυο σημασίες, ότι ύγραινε αφενός τα βράχια και ότι τα σμίλευε αφετέρου. Μια φορά που είχα μια τέτοια φράση σε ένα διήγημα του Λαπαθιώτη, νομίζω πως την άφησα «έγλυφε», όπως την είχε η πρώτη δημοσίευση.

Διότι, όπως είπα, τη γραφή «γλύφει, έγλυφε, να γλύψει» με τις σημασίες «διατρέχω με τη γλώσσα / κολακεύω», όπως και τις γραφές «γλύφτης, γλύψιμο» τις βλέπουμε πολύ συχνά όχι μόνο στα ορθογραφικώς χαοτικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και σε εφημερίδες ή βιβλία.

Σχεδόν δεν είναι λάθος ή, εν πάση περιπτώσει, είναι απολύτως συγχωρητέο.

Οπότε, επαναφέρω τον εναλλακτικό τίτλο του άρθρου, Πόσοι από εσάς γλύφετε;

ΥΓ Κατά διαβολική σύμπτωση, ενώ είχα γράψει το χτεσινό άρθρο, πήρα μέρος σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, σε φιλικό τοίχο. Εκεί, κάποιος φίλος φίλης έγραψε κάτι για την Ηριάννα που το θεώρησα άπρεπο και τον χαρακτήρισα παλιάνθρωπο. Εκείνος με κατηγόρησε για «γλύψιμο προς την εγχώρια τρομοκρατία» (ποια η σχέση της αθώας Ηριάννας με την τρομοκρατία, άδηλον). Τότε, θύμωσα και παραβαίνοντας τις αρχές μου τον αποκάλεσα «ανορθόγραφο παλιάνθρωπο».

Ο θυμός μάς κάνει να λέμε πράγματα που δεν πρέπει. Δεν λογίζεται κανείς ανορθόγραφος με ένα ορθογραφικό λάθος, ιδίως αν είναι τόσο κοινό και τόσο ευεξήγητο όσο αυτό. Κακώς τον αποκάλεσα ανορθόγραφο τον άνθρωπο. Αρκούσε το «παλιάνθρωπος».

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Σαραντάκος