Τίλερσον: Ο στρατός των ΗΠΑ θα παραμείνει στη Συρία για να αντιμετωπίσει τις απειλές στην περιοχή-Διαψεύδει τον Νετανιάχου ο Τραμπ

Τίλερσον: Ο στρατός των ΗΠΑ θα παραμείνει στη Συρία για να αντιμετωπίσει τις απειλές στην περιοχή

Ο αμερικανικός στρατός θα παραμείνει στη Συρία ωσότου η τζιχαντιστική οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους (ΙΚ) νικηθεί ολοκληρωτικά, αλλά επίσης για αντιμετωπίσει την ιρανική επιρροή και, σε τελευταία ανάλυση, για να συμβάλλει στην εκδίωξη του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ από την εξουσία, ξεκαθάρισε την Τετάρτη (17/1) ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρεξ Τίλερσον.

Είναι «κρίσιμο», για την προαγωγή των «εθνικών συμφερόντων μας» οι ΗΠΑ να διατηρήσουν «μια στρατιωτική και διπλωματική παρουσία στη Συρία», υποστήριξε ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατά τη διάρκεια ομιλίας του για την αμερικανική πολιτική όσον αφορά τη σύρραξη αυτή στο πανεπιστήμιο Στάνφορντ, στην Καλιφόρνια.

Η αμερικανική στρατιωτική αποστολή θα συνεχίσει να έχει ως κύριο στόχο «το ΙΚ να μην βγει ποτέ ξανά στην επιφάνεια», είπε. «Το ΙΚ αυτή τη στιγμή βρίσκεται με το ένα πόδι στον τάφο, και διατηρώντας την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Συρία (θα εξασφαλιστεί πως) σύντομα θα ενταφιαστεί εντελώς», έκρινε.

Ο Τίλερσον τόνισε ότι δεν πρέπει οι ΗΠΑ να διαπράξουν «το ίδιο λάθος όπως το 2011», όταν «η πρόωρη αποχώρηση από το Ιράκ επέτρεψε στην Αλ Κάιντα να επιβιώσει» σε αυτή τη χώρα πριν αλλάξει δέρμα και μετασχηματιστεί στην οργάνωση που έγινε γνωστή ως Ισλαμικό Κράτος.

Για τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, μια πρόωρη «αμερικανική απεμπλοκή» θα προσέφερε στο Ιράν, μαύρο πρόβατο για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, μια «χρυσή ευκαιρία να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις θέσεις του στη Συρία», όπου η Τεχεράνη είναι ήδη παρούσα, υποστηρίζοντας το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ. «Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι η λύση της σύρραξης δεν θα επιτρέψει στο Ιράν να πλησιάσει στην επίτευξη του μεγάλου σκοπού του», που είναι «ο έλεγχος της περιοχής», είπε ο Τίλερσον.

Στην ομιλία του για τη διασαφήνιση της στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ όσον αφορά τον πόλεμο στη Συρία –όπου ορισμένοι δυτικοί παρατηρητές ερίζουν πως η Ουάσινγκτον δεν έχει καμία, την ώρα που ο πόλεμος εναντίον του ΙΚ οδεύει προς το τέλος του και η Δαμασκός, με την υποστήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, έχει πλέον υπερκεράσει τους αντιπάλους της– ο Τίλερσον έκανε, για πρώτη φορά ρητά, τη σύνδεση μεταξύ της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας και της αποχώρησης του προέδρου Άσαντ από την εξουσία.

«Μια πλήρης αποχώρηση του αμερικανικού προσωπικού σε αυτό το στάδιο θα βοηθούσε τον Άσαντ να συνεχίσει να διαπράττει ωμότητες εναντίον του ίδιου του λαού του», επιχειρηματολόγησε. «Για μια σταθερή Συρία, ενωμένη και ανεξάρτητη, χρειάζεται, εν τέλει, μια ηγεσία μετά τον Άσαντ να δει το φως της μέρας», επέμεινε, εκτιμώντας ότι η «αποχώρηση» του προέδρου της Συρίας, εντός των ορίων της ειρηνευτικής διαδικασίας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, θα «δημιουργήσει τις συνθήκες για μια διαρκή ειρήνη».

Ο Τίλερσον υποστήριξε εξάλλου ότι η «διαρκής αμερικανική παρουσία» θα «βοηθήσει επίσης τις τοπικές και νόμιμες πολιτικές αρχές να ασκήσουν με υπεύθυνο τρόπο την εξουσία στις περιοχές τους που έχουν απελευθερωθεί» από το ΙΚ.

Διατρανώνοντας ότι για την Ουάσινγκτον είναι απαραίτητη η «αποχώρηση» του σύρου προέδρου, δηλαδή η Συρία να εισέλθει στην «μετά τον Άσαντ» εποχή, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ επαναβεβαίωσε ότι η Ουάσινγκτον δεν θα δαπανήσει ούτε ένα δολάριο για την ανοικοδόμηση στις περιοχές που ελέγχει το καθεστώς της Δαμασκού και προέτρεψε τους συμμάχους της Αμερικής να πράξουν το ίδιο.

«Αντιθέτως, θα ενθαρρύνουμε τη διεθνή βοήθεια για την ανοικοδόμηση στις περιοχές που απελευθερώθηκαν από το ΙΚ από τον συνασπισμό» υπό την ηγεσία της Ουάσινγκτον «και τους τοπικούς εταίρους του», διευκρίνισε. Η ελπίδα της αμερικανικής κυβέρνησης είναι πως «η επιθυμία για την επιστροφή σε μια φυσιολογική ζωή» θα δώσει κίνητρο στους Σύρους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων στους κόλπους του καθεστώτος, να ωθήσουν τον Μπασάρ αλ Άσαντ προς την έξοδο», συμπλήρωσε.

Ο Τίλερσον δήλωσε πεπεισμένος ότι εάν διεξάγονταν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές στη Συρία, με τη συμμετοχή της συριακής διασποράς και όλων όσοι έφυγαν από τη χώρα για να σωθούν από τον πόλεμο, θα οδηγούσαν «στην οριστική αποχώρηση του Άσαντ και της οικογένειάς του από την εξουσία». Αυτό θα «πάρει καιρό», αλλά «η αλλαγή τελικά θα έρθει», προεξόφλησε.

 

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής Ντόναλντ Τραμπ, διέψευσε την Τετάρτη (17/1) ότι η σχεδιαζόμενη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ θα ολοκληρωθεί εντός ενός έτους, σε αντίθεση με όσα δήλωσε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Διαψεύδει τον Νετανιάχου ο Τραμπ: Δεν θα μεταφερθεί σύντομα η αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ

Στις 6 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος Τραμπ αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ και ανακοίνωσε τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας από το Τελ-Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Ρεξ Τίλερσον είχε δηλώσει τον περασμένο μήνα ότι η μεταφορά της πρεσβείας αναμένεται να γίνει έπειτα από τουλάχιστον δύο χρόνια.

«Η πρεσβεία θα μεταφερθεί στην Ιερουσαλήμ πιο γρήγορα από αυτό που πιστεύατε, σίγουρα σε έναν χρόνο από τώρα», δήλωσε νωρίτερα σήμερα ο Νετανιάχου στους δημοσιογράφους που τον συνοδεύουν στο ταξίδι του στην Ινδία.

Σε ερώτηση για τα σχόλια Νετανιάχου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο πρακτορείο Ρόιτερς ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί.

«Ως το τέλος του χρόνου; Συζητάμε για διαφορετικά σενάρια. Εννοώ, προφανώς αυτό θα ήταν σε μια προσωρινή βάση. Δεν το μελετάμε πραγματικά. Αυτό δεν θα συμβεί», τόνισε.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποσχέθηκε ωστόσο ότι θα είναι μια «θαυμάσια πρεσβεία, αλλά όχι μία που θα κοστίζει 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια», αναφερόμενος στο κόστος κατασκευής, σύμφωνα με τον ίδιο, της νέας αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο.

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Τραμπ ακύρωσε την επίσκεψή του στη Βρετανία, επισημαίνοντας ότι είναι απογοητευμένος από το γεγονός ότι η «κυβέρνηση Ομπάμα πούλησε ίσως την καλύτερη πρεσβεία στο Λονδίνο που βρισκόταν σε περίοπτη θέση για “ψίχουλα” απλώς και μόνο για να κατασκευάσει μια νέα σε μια απομακρυσμένη περιοχή για 1,2 δισεκατομμύριο δολάρια», όπως είπε.