«Συνεπιμέλεια» παιδιού, μια «πονεμένη» ιστορία

Αποτέλεσμα εικόνας για «Συνεπιμέλεια» παιδιού

Τι είναι η “συνεπιμέλεια” και γιατί δεν εφαρμόζεται στην Ελλάδα; Τι επιπτώσεις έχει στα παιδιά; Τι προσπάθειες γίνονται για να ληφθούν υπόψιν οι συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης;

Ο Ιωάννης Παπαρηγόπουλος, δικηγόρος, πρόεδρος του Ελληνικου Συμβουλίου Κοινής Ανατροφής – Σύλλογος Συνεπιμέλεια, αναλύει εκτενώς το θέμα στο Tvxs, αναφέροντας ότι: “Ένα στα 4 παιδιά βλέπουν τους γονείς τους να χωρίζουν και χάνουν έναν από τους δύο γονείς από την καθημερινή τους ζωή. Κι όλα αυτά, γιατί δεν εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει σε όλες της χώρες της Ευρώπης, από τους δικαστές”.

Παράλληλα, ο Λάμπρος Κερεντζής, Ψυχολόγος – Ψυχοπαιδαγωγός, Οικογενειακός Θεραπευτής, επισημαίνει την “αναγκαιότητα και των δύο γονέων στην ανάπτυξη του παιδιού”, και τέλος, ένας διαζευγμένος πατέρας καταθέτει τη μαρτυρία του, λέγοντας -μεταξύ άλλων- πως: Ο πατέρας στην Ελλάδα είναι μια επιταγή, τίποτε άλλο. Και από εκεί και πέρα, αναγκάζεται να κάνει “απομακρυσμένη διαχείριση” σαν σε ηλεκτρονικό υπολογιστή”.

Συνέντευξη με τον Ιωάννη Παπαρηγόπουλο…

Τι συμβαίνει, μέχρι σήμερα, όταν χωρίζει ένα ζευγάρι με ανήλικα παιδιά, στο θέμα της επιμέλειας;

Μετά το 1983 που άλλαξε ο αστικός κώδικας, ο δικαστής -σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων, δηλαδή, διαζυγίου ή διάστασης- είναι αυτός ο οποίος ρυθμίζει την άσκηση της γονικής μέριμνας, η οποία περιλαμβάνει:

α) Τη διοίκηση της περιουσίας του παιδιού,
β) Την εκπροσώπηση του παιδιού,
γ) Την επιμέλεια της ανατροφής του.

Υπάρχει ένας νόμος του 1987, που λέει ότι οι γονείς είναι ίσοι σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, κατά τη διάρκεια του γάμου, αλλά και μετά την τυχόν λύση του. Όπως υπάρχει κι άλλος ένας νόμος του 1992 που λέει ότι οι γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού τους.

Παρόλα αυτά, το νομολογιακό έθιμο με μία δογματική δικαιολογία, θέλει την επιμέλεια –κατά κανόνα- να την δίνουν στη μητέρα, σε περίπου 90% των περιπτώσεων. Και η επιμέλεια περιλαμβάνει όλη την ανατροφή του παιδιού, πράγμα το οποίο, όπως είπαμε προηγουμένως, θα έπρεπε να έχουν αναλάβει και οι δύο οι γονείς, από κοινού, είτε μέσα, είτε έξω από γάμο. Αυτό, γίνεται χάριν ευκολίας του δικαστηρίου, για να μη σκύβει και να δουλεύει πάνω από κάθε μία υπόθεση και να μην χρειάζεται να ρυθμίσει τη ζωή του παιδιού, κάτι το οποίο υποχρεούται να κάνει.

Η «δογματική δικαιολογία», που αναφέρατε, που έγκειται;

Σε ένα δόγμα αντιεπιστημονικό, το οποίο βασίζεται:

Στην σαφή βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας στην ανατροφή του παιδιού –ο Άρειος Πάγος, τα λέει αυτά.
Στον ισχυρό ψυχικό δεσμό που έχει αναπτυχθεί με τη μητέρα (βέβαια ξεχνάμε ότι, με την απόφαση του δικαστηρίου υπέρ μόνο αυτού του ισχυρού δεσμού, την ίδια στιγμή, πιθανά καταστρέφεται ο ισχυρός ψυχικός δεσμός που έχει αναπτυχθεί με τον πατέρα).
Στη θεωρία της σύγκρουσης, σύμφωνα με την οποία επειδή οι δύο γονείς συγκρούονται, άρα δεν μπορούν να συμφωνήσουν, και άρα πρέπει να δώσουμε την επιμέλεια στη μητέρα. Όμως, ξεχνάμε, ότι τη σύγκρουση την προκαλεί το ίδιο το νομολογιακό έθιμο, το οποίο υπαγορεύει στη μητέρα να πάει στο δικαστήριο για να τα πάρει όλα. Γιατί δεν υπάρχει λόγος να συμφωνήσει, αφού αν δεν συμφωνήσει θα τα πάρει όλα.
Και τέλος, με τη θεωρία της προσαρμογής. Γράφει η απόφαση: «Επειδή επί τόσα χρόνια, έχει αναλάβει την επιμέλεια η μητέρα και την ασκεί καλά, θα πρέπει να συνεχίσει να την ασκεί». Παραβλέπει όμως, ότι η κατάσταση αυτή διαμορφώθηκε μόνο με την επέμβαση του δικαστή που με μια προσωρινή διαταγή αφαίρεσε την επιμέλεια από τον πατέρα.

Το παραπάνω δόγμα, επιπλέον, είναι αντίθετο:

με το Διεθνές Δίκαιο
με τα ανθρώπινα δικαιώματα
με το εσωτερικό Δίκαιο
και είναι παράγων κακοποίησης, ψυχολογικής κακοποίησης, του πατέρα και του παιδιού.
Έχουν εκδοθεί πολλές αποφάσεις διεθνών οργάνων επ’ αυτών. Έχει εκδοθεί το ερμηνευτικό ψήφισμα 1279/2015 του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο συνιστά στα κράτη, να ακολουθήσουν τις οδηγίες του Συμβουλίου της Ευρώπης των 47 κρατών -και όχι μόνο της ΕΕ- που συμπεριλαμβάνει:

α) τις κοινές γονικές ευθύνες.
β) την εναλλασσόμενη κατοικία.
γ) τη χρήση σχεδίου ανατροφής των παιδιών.
δ) και τη φιλική δικαιοσύνη (γιατί εμείς έχουμε μία πάρα πολύ κακοποιητική δικαιοσύνη).

Την δεκαετία του ’90 όλες οι χώρες μιλούσαν συνεχώς για «Joint custody» δηλαδή, «κοινή επιμέλεια». Πράγματι, όλες οι χώρες αποφάσισαν την «Κοινή επιμέλεια» ή την «συνεπιμέλεια» όπως τη λέμε, και δεν ξαναμίλησαν γι’ αυτήν. Διότι, πλέον μιλάνε για κοινές γονικές ευθύνες, «Shared Parenting»: Δηλαδή, και οι δύο γονείς ανατρέφουν και συναποφασίζουν για το παιδί τους.

Επιπλέον, τη δεκαετία του 2000, με πρωτοβουλία ενός Γάλλου καθηγητή, εισήχθη το σύστημα της εναλλασσόμενης κατοικίας. Αυτό που λέγεται «Κοινή ανατροφή». Δηλαδή με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης μιλάμε και για κοινή επιμέλεια και πλέον και για «ίσο χρόνο και με τους δύο γονείς». Και ίσο χρόνο, ακόμα και εάν αυτοί δεν συμφωνούν. Διότι αν οι γονείς συμφωνούν, μπορεί π.χ. ένας ναυτικός ή μία αεροσυνοδός, να βρουν άλλη λύση για τη ζωή του παιδιού. Όταν όμως δεν συμφωνούν, ο δικαστής θα πρέπει να δώσει ίσο χρόνο και με τους δύο.

Είπαμε ότι, η επιμέλεια των παιδιών είναι ήδη κοινή για τους δύο γονείς, όπως και ο ίσος χρόνος. Όχι, όμως, στην Ελλάδα. Έχει γίνει σχεδόν σε όλο το δυτικό κόσμο, από χώρες τις Ευρώπης έως τη Βραζιλία ή την Αυστραλία, αλλά όχι στην Ελλάδα. Αυτό μας οδήγησε στο ψήφισμα της Επιτροπής Ισότητος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, 2079/ 2015, που αναφέραμε παραπάνω. Οι αλλαγές στις κρατικές πολιτικές οδηγήθηκαν από μία επιστημονική έκρηξη που μας έφερε στο σημείο που πλέον ξέρουμε τη σημασία του ίσου χρόνου και με τους δύο γονείς, όχι μόνο για τα μεγάλα σε ηλικία, αλλά και για τα πάρα πολύ μικρά παιδιά.

Διότι από επιστημονικές μελέτες, παγκοσμίου αναγνώρισης, ξέρουμε ότι η κοινή ανατροφή, δηλαδή η κοινή επιμέλεια ίσου χρόνου και για τους δύο γονείς, εφαρμόστηκε στην πράξη σε όλες αυτές τις χώρες, όπου μεγάλης έκτασης μελέτες δείξανε ότι τα αποτελέσματα τα οποία εξάγει αυτό το σύστημα συνεπιμέλειας, είναι σχεδόν σα να μένει το παιδί στο ίδιο σπίτι μαζί και με τους δύο γονείς του. Αντιθέτως στην Ελλάδα, που δεν ισχύει η συνεπιμέλεια ίσου χρόνου, τα αποτελέσματα είναι πολύ άσχημα.

Τι μας λέει αυτό το ψήφισμα; Πώς «ενόψει όλων των σύγχρονων επιστημονικών μελετών» και του Διεθνούς Δικαίου, το Συμβούλιο της Ευρώπης συνιστά στα κράτη-μέλη τις εξής πρακτικές:

1. Τις κοινές γονικές ευθύνες, δηλαδή και γονική επιμέλεια και επιμέλεια. Δε μιλάει για γονείς μέσα σε γάμο, μιλάει για γονείς, ανεξαρτήτως αν είναι παντρεμένοι ή όχι. Δηλαδή, για όλους τους γονείς, κοινές γονικές ευθύνες.

2. Την εναλλασσόμενη κατοικία, δηλαδή τον ίσο χρόνο και για τους δύο γονείς σε ότι αφορά στα παιδιά τους.

3. Την φιλική δικαιοσύνη, μέσω της δικαστικής μεσολάβησης και όχι με την αντιδικία. Ενώ, εδώ στην Ελλάδα, πρέπει να αντιδικήσει ο πατέρας με το παιδί του. Νομικά, ο ένας επιτίθεται στον άλλον. Είναι μία ντροπή για τον πολιτισμό μας! Τι λέει η δικονομία μας; Για παράδειγμα, σε μία δίκη για επιμέλεια ή διατροφή, έχουμε το παιδί που εκπροσωπείται από τη μητέρα του ν’ αντιδικεί με τον πατέρα του. Έχουμε έναν που επιτίθεται και έναν που αμύνεται. Το παιδί και τον πατέρα. Και στο τέλος οι αποφάσεις έχουν νικημένο διάδικο ή το παιδί, ή τον πατέρα, γι’ αυτό και του επιβάλλονται δικαστικά έξοδα. Αυτό το πράγμα, δεν μπορεί να συνεχιστεί. Όπως και με τα συναινετικά διαζύγια, πρέπει να μην είναι ο Α εναντίον του Β, αλλά ο Α και ο Β, που πηγαίνουν και οι δύο μαζί να ρυθμίσουν τα θέματά τους. Φαίνεται ασήμαντο, αλλά είναι η βάση όλων. Ξαναλέω, είναι ντροπή για τον πολιτισμό μας! Συνιστά, λοιπόν, το ψήφισμα, «φιλική δικαιοσύνη». Όχι μέσα στα δικαστήρια. Σε αίθουσες έξω από τα δικαστήρια, να λύνονται οι υποθέσεις, με δικαστική μεσολάβηση ή με διαμεσολάβηση.

4. Την χρήση ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών. Να υπάρχουν, δηλαδή, ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες θα αναλαμβάνουν να βοηθούν στη διαχείριση των θεμάτων τους, και τους γονείς και τα παιδιά, γιατί ο δικαστής δεν ξέρει για όλα αυτά, δηλαδή όλες αυτές τις ψυχολογικές παραμέτρους, και δεν είναι και η δουλειά του να γνωρίζει. Στην Ελλάδα, όμως, δεν υπάρχει η παραμικρή δικαστική ψυχοκοινωνική υπηρεσία! Και η πρόβλεψη για να συσταθεί, που είχε γίνει το 1997, καταργήθηκε το 2016. Δηλαδή, το 1997, έγινε μια τέτοια πρόβλεψη από το νόμο που έλεγε ότι κάθε υπόθεση, υποχρεωτικά, πρώτα να την αναλαμβάνουν κοινωνικοί λειτουργοί και ψυχολόγοι και μετά να εισάγεται στο δικαστήριο, ποτέ όμως δεν εφαρμόστηκε, ενώ το 2016 καταργήθηκε ακόμα και η πρόβλεψη τού να γίνεται κάτι τέτοιο. Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Δηλαδή να συσταθούν ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες θα βοηθούν σε αυτές τις υποθέσεις; Δεν γίνεται να μην υπάρχει βοήθεια ψυχοκοινωνικών υπηρεσιών σε κάθε υπόθεση. Χρειάζεται, δηλαδή, να υπάρχουν ειδικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδοψυχολόγοι, ψυχολόγοι και ψυχίατροι, οι οποίοι θα πληρώνονται από τον ιδιώτη, αλλά θα έχουν οργανωθεί σε σώμα, όπως γίνεται π.χ. με τους συμβολαιογράφους. Να οριστεί λοιπόν ένα σώμα ψυχοκοινωνικών ειδικών, οι οποίοι να υπάγονται στο δικαστήριο, να προστατεύονται με την αγωγή κακοδικίας (διότι σήμερα κανείς δεν γράφει εκθέσεις για δικαστήρια, γιατί φοβάται τις μηνύσεις). Επιπλέον, να υπάρχει διαφάνεια σε όλη τη διαδικασία, όπως και ένα ενιαίο πρωτόκολλο σε όλη τη χώρα, και όλα αυτά να συντονίζονται και να καταχωρούνται για κάθε υπόθεση, μέσα στο δικαστήριο και όχι σε κάποιους μυστικούς φακέλους. Γιατί σήμερα το δικαστήριο δεν ξέρει τις κινήσεις που έχουν κάνουν οι γονείς, για παράδειγμα, σε ποιόν φορέα πήγαν και για να ζητήσουν κάποια γνωμάτευση. Και μπορεί να πάνε σε πολλούς φορείς μόνο για να εμφανίσουν τελικά την γνωμάτευση που νομίζουν ότι τους βολεύει, και κάποια άλλη γνωμάτευση που νομίζουν ότι δεν τους βολεύει να την εξαφανίσουν. Ή να πηγαίνουν σε κάποιον φορέα μόνο μία φορά, π.χ. για συμβουλευτική, και να μην ξαναπατάνε, διότι θέλουν να κρύψουν και όχι να φανερώσουν τα προβλήματα. Και όλα αυτά να γίνονται με πολύ χειριστικό τρόπο, πολλές φορές εις βάρος της προστασίας του παιδιού και της απονομής της δικαιοσύνης. Επιπλέον, το ίδιο ψήφισμα, προβλέπει κι άλλα ζητήματα τεχνικής φύσης. Τ κυριότερο από αυτά, είναι ότι συνιστά:

5. Σε όλα τα κράτη μέλη, τις καλές πρακτικές που ήδη υπάρχουν σε άλλες χώρες. Αυτά, δηλαδή, που λέμε, δεν είναι υποθετικά. Εφαρμόζονται δίπλα μας, και η κοινή επιμέλεια, και ο ίσος χρόνος και με τους δύο γονείς, και οι ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες.

6. Το parenting plan. Τη χρήση, δηλαδή, σχεδίων ανατροφής των παιδιών. Δίνουν στους γονείς ένα ερωτηματολόγιο, και ζητάνε να τους συμπληρώσουν όλα τα ερωτήματα για το πώς θέλουν να μεγαλώσουν το παιδί τους. Για παράδειγμα, υπάρχει το ερώτημα «Σε ποια πόλη θέλετε να μείνει;» ή «Σε ποιο σχολείο θα πηγαίνει;» ή «Τι εξωσχολικές δραστηριότητες θέλετε να έχει;». Όταν λοιπόν, οι γονείς φέρνουν αυτό το ερωτηματολόγιο συμπληρωμένο στο δικαστήριο, στο 70% των υποθέσεων, οι γονείς συμφωνούν. Έτσι, σταματάνε οι περισσότερες αντιδικίες, ακόμα κι αν οι γονείς δεν μιλάνε μεταξύ τους. Λειτουργεί, γιατί γίνεται εγγράφως. Και στο 20% με 30% που δεν θα συμφωνήσουν οι γονείς, τότε μόνο θα αναλάβει το δικαστήριο να βρει τις λύσεις.

Τι προσπάθεια γίνεται σήμερα, να εφαρμοστούν όλα αυτά και στην Ελλάδα;

Η Ελλάδα έχει αναλάβει διεθνείς υποχρεώσεις, για την συνεπιμέλεια, τις οποίες δεν πραγματοποιεί. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα νόμο ο οποίος θα κάμψει την άρνηση του κάθε δικαστή να εφαρμόσει το νόμο που ισχύει για όλη την ΕΕ και όχι μόνο. Για παράδειγμα, ο νόμος του 1987, όπως είπαμε, αναφέρει την συνεπιμέλεια, δηλαδή τα ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις και στους δύο γονείς μέσα στο γάμο ή μετά τυχόν λύση του. Γιατί ο κάθε δικαστής δεν τα εφαρμόζει στην Ελλάδα; Διότι παραβαίνει το νόμο! Πάει ενάντια στη Βουλή των Ελλήνων. Διότι στην Ελλάδα, δεν είναι η κυβέρνηση που ελέγχει τη δικαστική εξουσία, αλλά το ανάποδο. Αυτό που συμβαίνει, είναι ένα έλλειμμα δημοκρατίας. Οι νόμοι υπάρχουν και δεν τους εφαρμόζουν τα Δικαστήρια. Χρειάζεται λοιπόν ένας νόμος να αναγκάσει τον δικαστή να εφαρμόσει το νόμο.

Στις 3 Νοεμβρίου 2017, έγινε μία συνάντηση με τον αρμόδιο Υπουργό κ. Κοντονή, προκειμένου να ζητήσουμε να κατατεθεί ένα νομοσχέδιο, που συνέταξε σύσσωμος ο επιστημονικός κόσμος της χώρας και συμφωνούν όλα τα δημοκρατικά πολιτικά κόμματα. Άλλωστε ως τροπολογία το είχαν καταθέσει βουλευτές τριών κομμάτων στη βουλή αλλά δεν κατέβηκε για ψήφιση. Κατά τη γνώμη μας σε αυτό το αίτημα, αντιδρούν μόνο οι δικαστές και οι νομικοί γύρω από αυτόν τον χώρο. Στη συνάντηση αυτή προτάθηκε το ελάχιστο που μπορεί να γίνει για να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές. Όχι δηλαδή όλες οι αναγκαίες, αλλά οι πρώτες και κύριες. Τώρα, αναμένουμε να δούμε αν και τι αποφάσεις θα παρθούν. Επίσης, εξεδόθησαν πρόσφατα δύο αποφάσεις, από μια νέα γενιά δικαστών που μη μπορώντας να ξεφύγουν από τον εναγκαλισμό του Αρείου Πάγου, δέχθηκαν την συνεπιμέλεια με κάποιο τρόπο. Αυτό αν και δεν είναι ολοκληρωμένη λύση, είναι ανατροπή, όμως.

Για ποιο λόγο είναι ενάντια οι δικαστές;

Αν δείτε τις αποφάσεις, είναι πανομοιότυπες η μία με την άλλη. Αλλάζει μόνο λίγο η αρχή και λίγο το τέλος. Μέσα σε λίγη ώρα ξεπετάνε δεκάδες αποφάσεις. Αρνούνται να εμβαθύνουν σε κάθε υπόθεση, και δεν είναι δικαιολογημένα και σε θέση να το κάνουν. Και το κακό είναι, ότι ξεκινάνε από ένα εσφαλμένο κακοποιητικό τεκμήριο το οποίο λέει ότι την επιμέλεια του παιδιού πρέπει να αναλάβει η μητέρα, ενώ αν το τεκμήριο έλεγε ότι αν δεν συμφωνούν οι γονείς, το παιδί θα το αναλαμβάνουν και οι δύο γονείς, θα είχαν κλείσει οι υποθέσεις έξω από τα δικαστήρια και θα έκαναν ακόμα λιγότερη δουλειά. Απλώς τα δικαστήρια θα επικύρωναν τα πρακτικά που θα υπέγραφαν οι γονείς. Λέει, ο νόμος, οι δύο γονείς, είναι ίσοι σε δικαιώματα και υποχρεώσεις, κατά τη διάρκεια και μετά την τυχόν λύση του γάμου. Πόσο πιο καθαρά να το πει ο νόμος; Επίσης, λέει ο νόμος της κύρωσης της διεθνούς σύμβασης των δικαιωμάτων του παιδιού το 1992: Και οι δύο γονείς είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανατροφή του παιδιού. Και όμως, στην Ελλάδα, δεν εφαρμόζουν το νόμο. Γιατί το κάνουν; Το κακό είναι ότι κι αυτό που κάνουν είναι πολύ πιο δύσκολο, απ’ ότι αν έκαναν αυτό που περιγράφουμε και συστήνει το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Είπατε ότι υπήρξαν, παρόλα αυτά, δύο αποφάσεις συνεπιμέλειας, που έκαναν την ανατροπή;

Ναι, και η δεύτερη απόφαση, τον Οκτώβριο 2017, έλεγε: «επιμέλεια ένα μήνα στη μητέρα, και επιμέλεια τον άλλο μήνα στον πατέρα». Δεν φύγαμε, δηλαδή, από την αποκλειστική επιμέλεια αλλά την απονέμουμε εναλλάξ. Ο δικαστής, υποτάχθηκε στο νομολογιακό έθιμο, αλλά επιπλέον, είπε: Θέλετε συνεπιμέλεια; Ωραία. Ένα μήνα ο ένας, ένα μήνα ο άλλος. Όποιος γονιός δεν έχει τον ένα μήνα επιμέλεια, θα έχει επικοινωνία, με ίσους μάλιστα όρους, δηλαδή ακριβώς ότι θα έχει αυτός τον επόμενο μήνα. Ο δικαστής έπαιξε με τους όρους τους συστήματος, αλλά έκανε την ανατροπή.

Πάλι δεν έγινε αυτό που θα έπρεπε να γίνει, δηλαδή;

Όχι, διότι θεωρητικά μπορεί κάποιος γονιός να λειτουργήσει κακοποιητικά και να προκαλέσει καταστάσεις που δεν μπορεί να λύσει η συγκεκριμένη επιλογή. Π.χ. να το γράψει ο ένας γονιός σε ένα σχολείο τον ένα μήνα, και να το γράφει σε άλλο σχολείο ο άλλος τον άλλο μήνα. Το παραδοσιακό μοντέλο, δε, θέλει το δικαίωμα επικοινωνίας που δίνουν συνήθως οι δικαστές στην Ελλάδα, ειδικά για τον πατέρα, να βλέπει τα παιδιά του, με δύο διανυκτερεύσεις κάθε μήνα και μία με δυο φορές την εβδομάδα για μερικές ώρες. Για σκεφτείτε, τι σχέση μπορεί να χτίσει κάποιος με το παιδί του, όταν έχει μόνο αυτές τις ώρες κάθε μήνα για να συνδεθεί μαζί του; Πώς μπορεί να διατηρηθεί η επαφή πατέρα – παιδιού, όταν μάλιστα ο δικαστής αποσπά τον πατέρα από τη ζωή του παιδιού του;

Οπότε είμαστε σε αναμονή για το τι θα γίνει;

Χρειάζεται ενημέρωση, διότι ζούμε σε έναν κοινωνικό μεσαίωνα σ’ αυτά τα θέματα. Η κοινωνία είναι μπροστά, αλλά οι δικαστές λόγω έλλειψης ενημέρωσης φέρνουν εμπόδια στην εξέλιξή της, και εις βάρος των παιδιών. Ένα στα 4 παιδιά, βλέπει τους γονείς του να χωρίζουν. Καταλαβαίνετε τον όγκο του προβλήματος. Κάθε δεκαετία υπάρχουν 210.000 διαζύγια, όπου από αυτές τις περιπτώσεις οι 70.000 είναι αντιδικίες, και οι άλλες λύνονται συναινετικά. Στην πραγματικότητα όμως είναι πάρα πολύ μεγαλύτερος ο αριθμός των αντιδικιών, γιατί είναι πολλά διαζύγια που ξεκινούν συναινετικά και εξελίσσονται σε αντιδικία, ή υποκρύπτουν μία αντιδικία. Επιπλέον, 8% των περιπτώσεων που αφορούν την επιμέλεια, είναι για παιδιά εκτός γάμου, όπου ο πατέρας αποκλείεται δια βίου από το μεγάλωμα του παιδιού του. Επίσης, ας σκεφτούμε, είχε πει ο υπουργός υγείας, ότι το 30% των ελλήνων έχει προβλήματα ψυχικής υγείας. Οπότε στατιστικά, στις 210 χιλιάδες, οι 70.000 που αντιδικούν, αριθμητικά συμπίπτουν με όσους μπορεί να έχουν προβλήματα ψυχικής υγείας. Δηλαδή η αντιδικία πιθανόν να συνδέεται με την ψυχική νόσο.

Υπάρχει και ένα άλλο πολύ σοβαρό θέμα, με τις αποφάσεις των δικαστηρίων που δεν εκτελούνται. Βγαίνει π.χ. μια απόφαση επικοινωνίας του πατέρα με το παιδί, και αν θέλει η μητέρα την εφαρμόζει. Αν δεν θέλει δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εφαρμοστεί. Για παράδειγμα, να βλέπει το παιδί ο πατέρας κάθε Τετάρτη για δύο ώρες. Μόνο στην Αττική την προηγούμενη χρονιά είχαμε 4.500 κλήσεις στην Αστυνομία, για παραβιάσεις εφαρμογής της επικοινωνίας. Όπως υπάρχουν και πάρα πολλές δίκες, ποινικά αδικήματα, για περιπτώσεις αποξένωσης, όπου δεν βλέπει για χρόνια ο πατέρας το παιδί, γιατί η μητέρα δεν τον αφήνει. Αυτά είναι, τα επακόλουθα του νομολογιακού εθίμου που ακολουθείται από τους δικαστές στην Ελλάδα, που περιγράψαμε. Και έχουμε και περιπτώσεις “learned helpess”, δηλαδή γονιών που τα παράτησαν. Διότι παρατάει ο πατέρας τη μάχη, σταματά να προσπαθεί, γιατί ξέρει πως ότι και να κάνει, δεν θα καταφέρει τίποτα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσοι πολλοί άνθρωποι στην χώρα μας είναι που τους αφορούν όλα αυτά. Σκεφτείτε, μόνο ότι τα ποσοστά διαζυγίων είναι στο 20 με 25% κάθε χρονιά. Περίπου ένας και παραπάνω γάμος, στους τέσσερις, διαλύεται. Ένα στα 4 παιδιά βλέπουν τους γονείς τους να χωρίζουν και χάνουν έναν από τους δύο γονείς τους από την καθημερινή τους ζωή. Και όλα αυτά, γιατί δεν εφαρμόζεται ο νόμος που ισχύει σε όλες της χώρες της Ευρώπης, από τους δικαστές.-

Η αναγκαιότητα και των δύο γονέων στην ανάπτυξη του παιδιού

Ο Λάμπρος Κερεντζής, Ψυχολόγος – Ψυχοπαιδαγωγός, Οικογενειακός Θεραπευτής, αναφέρει: «Το σύστημα της μονογονεϊκής επιμέλειας των χωρισμένων νοικοκυριών τόσο σε νομικό όσο σε κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο δημιουργεί μια κατάσταση τραγική. Η αντιπαλότητα των πρώην συζύγων, όχι μόνο ενισχύεται από το νόμο, ο οποίος πριμοδοτεί τον έναν (μητέρα) ενάντια στον άλλον (πατέρα) εφ’ όσον εκ προοιμίου τον θεωρεί υποδεέστερο σαν παρουσία, αλλά καταστεί το παιδί υποχείριό του, μειώνοντας την σημαντικότητα του καθώς και την σημαντικότητα της παρουσίας των γονιών του δίπλα του.

Η αναγκαιότητα της παρουσίας των δύο γονιών στην ανάπτυξη του παιδιού είναι πλέον αναμφισβήτητη. Το παλιό κοινωνικό στερεότυπο που απαιτούσε και πρόβαλε την μητέρα σαν το βασικό παράγοντα ανάπτυξης του παιδιού δεν θεωρείται σήμερα ικανό να αιτιολογήσει αυτή την ανάπτυξη, χωρίς την συνυπευθυνότητα του πατέρα. Στην οικογενειακή πραγματικότητα λοιπόν, αυτό που το παιδί βιώνει συναισθηματικά μέσα στην οικογένεια του, δεν περιορίζεται μόνο στην σχέση με την μητέρα του, αλλά και με τον πατέρα του καθώς, και με τα άλλα πρόσωπα που το περιβάλλουν, σ ένα δευτερεύοντα χρόνο.

Η επέμβαση του πατέρα στην ανάπτυξή του παιδιού γίνεται κιόλας από την βρεφική ηλικία και αυτό που εισπράττει είναι η παρουσία του συνυφασμένη με αυτή της μητέρας. Για το παιδί, λοιπόν, η παρουσία του πατέρα είναι εξ’ ίσου σημαντική με της μητέρας, όπως και η σχέση που δημιουργεί πραγματικά, ή φανταστικά μαζί του. Το παιδί κατασκευάζει την πραγματικότητα, και μέσα σε αυτή την κατασκευή ο πατέρας αποτελεί ένα θεμέλιο με τον ίδιο τρόπο που αποτελεί η μητέρα.

Το παιδί βλέπει την μητέρα πάντα σε σχέση με τον πατέρα ή τον πατέρα σε σχέση με την μητέρα σαν μια δυάδα η οποία θεωρείται ένα, «μαζί» και αυτό το μαζί το κάνει να αισθάνεται ότι ανήκει σε μια ομάδα που είναι η οικογένεια. Η αίσθηση λοιπόν του ανήκειν καθορίζεται από την μορφή σύνδεσης και λειτουργίας της οικογένειας (ακόμα και μετά τη διάλυσή της με το διαζύγιο) και βοηθάει στην κατασκευή της Ταυτότητας του. Κομμάτια λοιπόν της ταυτότητας του είναι οι δύο γονείς όχι απομονωμένοι, αλλά μαζί.

Πρέπει να γνωρίζουμε βέβαια ότι αυτή η έννοια του μαζί για το παιδί είναι διαφορετική από αυτή των γονιών. Δηλαδή, ξέχωρα αν οι γονείς είναι μαζί ή όχι, ο τρόπος που λειτουργούν μεταξύ τους μπορεί να ενισχύσει ή να μειώσει αυτή την έννοια σαν στοιχείο της ταυτότητας του. Δηλαδή αν δυο γονείς δεν έχουν χωρίσει αλλά βρίσκονται σε συνεχή αντιπαλότητα μεταξύ τους η έννοια του μαζί διαταράσσει το παιδί και δεν λειτουργεί εποικοδομητικά. Αντίθετα οι γονείς οι οποίοι έχουν χωρίσει αλλά διατηρούν μια «πολιτισμένη» σχέση, η έννοια του μαζί σαν στοιχείο, όπως είπαμε, της ταυτότητας του παιδιού λειτουργεί και το βοηθά ακόμα και όταν δεν είναι μαζί.

Κάτω από αυτό το πρίσμα ένα νομοσχέδιο για την συν- επιμέλεια των γονιών, έχω την εντύπωση ότι βοηθάει να δυναμώσει αυτό το «μαζί» των γονιών ακόμα και αν είναι χώρια. Τους «αναγκάζει» να αποδεχτούν ο ένας τον άλλον σ’ ένα καινούργιο χωρόχρονο, αυτόν της ανάγκης του παιδιού τους, κάτι που ίσως δεν το είχαν πετύχει όταν ήταν πραγματικά μαζί. Και το σπουδαιότερο ξεφεύγουμε από τα παλιά στερεότυπα και προσδίδουμε στην σχέση πατέρα-μητέρας την θέση και την σημαντικότητα που εκφράζει μέσα από το μαζί η χώρια.»

Μαρτυρία: Ο πατέρας στην Ελλάδα είναι μια επιταγή, τίποτε άλλο:

Κ.Π. (διαζευγμένος με δύο παιδιά): «Νομίζω πως δεν υπάρχει στην Ελλάδα, οικογενειακό δίκαιο. Δηλαδή, πας στο δικαστήριο και λύνουνε όλα τα θέματα σαν μια οικονομική διαφορά. Οι επικοινωνίες με τα παιδιά, κάθε Τετάρτη και δεύτερο Σαββατοκύριακο. Τρομερά πράγματα… Όλα είναι κομμένα και ραμμένα υπέρ των μητέρων. Ο πατέρας στην Ελλάδα είναι μια επιταγή, τίποτε άλλο. Την επιμέλεια την παίρνει η μητέρα, ότι και να είναι. Θα έπρεπε να υπάρχει μέριμνα και για τη μητέρα και για τον πατέρα. Διότι, για να είναι καλά τα παιδιά, πρέπει να είναι καλά οι γονείς τους. Επιπλέον, όταν ένας πατέρας είναι εξαθλιωμένος οικονομικά, πως μπορεί να πηγαίνει να βλέπει τα παιδιά του και να είναι… άθλιος; Χωρίς δόντια, με άθλια ρούχα, κλπ..; Παλιότερα, θα μπορούσε π.χ. να κάνει δύο και τρεις δουλειές. Τώρα όμως που έχουν αλλάξει οι συνθήκες, δεν βγαίνει… Κι αυτό είναι αβάσταχτο.

Νομοθετούν ξεκάθαρα υπέρ των γυναικών. Και το να μπεις σε μια τέτοια διαδικασία διατροφής, επιμέλειας, κλπ.. δεν ελέγχεται από πουθενά. Δηλαδή, ορίζει το δικαστήριο μια διατροφή για τον πατέρα, και στη μητέρα δίνει την επιμέλεια και τη μέριμνα. Αν τις ασκεί καλά ή όχι, αυτή την επιμέλεια και αυτή τη μέριμνα, δεν ελέγχεται από πουθενά. Ότι θέλει κάνει. Κι ο πατέρας από εκεί και πέρα, αναγκάζεται να κάνει “απομακρυσμένη διαχείριση” σαν σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κι αυτό στην καλύτερη περίπτωση».