Παρασκευάς Μπουμπουράκας: Διεθνές μοντέλο 42 καρατίων

Είναι από τους ελάχιστους Ελληνες άντρες μοντέλα που μπορούν να ονομάζονται «διεθνή». Μόνο που ο Παρασκευάς κατάλαβε νωρίς ότι η ζωή δεν περιορίζεται στις απαιτητικές φωτογραφήσεις, στις πασαρέλες του εξωτερικού και στις μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες παγκόσμιας προβολής.
Στα 42 του χρόνια, χορτασμένος πια από το μόντελινγκ, προτιμά να διευρύνει τους καλλιτεχνικούς του ορίζοντες και να χαίρεται τις μικρές-μεγάλες χαρές της ζωής
Οι αστυνομικοί που είχαν σταματήσει τον Παρασκευά εκείνο το απόγευμα για αναγνώριση στοιχείων έξω από το σπίτι του, κοντά στην 3η Σεπτεμβρίου, δεν ήξεραν πως αυτός ο αξύριστος ψηλός τύπος με τα μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους, καλύπτοντας λιγάκι το πρόσωπό του -τα λίγο ατημέλητα, τα λίγο σγουρά-, είναι φίλος με τη Λετίσια Κάστα και τη Ζιζέλ, πόζαρε πριν από λίγες μέρες στον Jaume de Laiguana για το ισπανικό «Horse», στον Thomas Nutzl για το ρωσικό «Elle» και στον Sergi Pons για το «GQ», έχει συνεργαστεί με όλους τους διεθνείς οίκους μόδας, με τους περισσότερους διάσημους φωτογράφους και στυλίστες του πλανήτη και θεωρείται ένα από τα πιο γνωστά μοντέλα στο εξωτερικό. Ισως γιατί δεν χρησιμοποίησε ποτέ τη δημοσιότητα για τους λάθος λόγους, αλλά το πρόσωπό του, το σώμα και το βλέμμα του εξυπηρετούσαν πάντα την εκάστοτε δουλειά του. «Γιατί να το κάνω;» με ρωτάει. «Κάποτε μου είχαν προτείνει να συμμετάσχω στο ιταλικό “Dancing with the stars”. Αντίστοιχη πρόταση μου έχει γίνει και για το ελληνικό σόου Δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν με ενδιαφέρει η τηλεόραση, η προβολή, η άνευ λόγου δημοσιότητα, δεν είναι στην ιδιοσυγκρασία μου. Δεν κάνω ποτέ πράγματα που δεν μ’ αρέσουν».Θα μου το εξηγήσει λίγο αργότερα καθώς δοκιμάζει τον ελληνικό καφέ -σκέτο- που μόλις έχει παραγγείλει και κρατώντας το παραδοσιακό μπρίκι με τα δάχτυλά του. «Ξεκίνησα το μόντελινγκ στα 28 μου. Και ήταν απλά ο πιο γρήγορος τρόπος για να κάνω τα ταξίδια που επιθυμούσα. Αλλά ήξερα ήδη τι ήθελα!».

Με Lanvin και Calvin Klein στα ξένα περιοδικά μόδας

Ο γύρος του κόσμου για ένα σούτινγκ

Η ζωή του είναι γεμάτη αντιθέσεις. Οσο βρίσκεται στην Ελλάδα μένει κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, πάει γυμναστήριο στη Φωκίωνος Νέγρη και τα πρωινά πηγαίνει τα σκυλιά του βόλτα στο Πεδίον του Αρεως. Οταν ταξιδεύει στο εξωτερικό για δουλειά -κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά- γίνεται ο Paraskevas the Greek, «το διεθνές μοντέλο». Κάτι που του αναφέρω κι εγώ, αλλά αποστρέφεται τον χαρακτηρισμό λέγοντας «χαζομάρες». «Για πολλά χρόνια ταξίδευα. Κι ακόμη το κάνω», λέει. «Πήγα στον Βόρειο Πόλο, στην Ινδία, στη Σκανδιναβία, στην Κουάλα Λουμπούρ, στο Σιάτλ, σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου. Εζησα στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Μιλάνο, στο Τόκιο, ταξίδεψα για ένα Σαββατοκύριακο από τη Νέα Υόρκη στο Παρίσι με τις παντόφλες – όλα λόγω της δουλειάς μου. Μου αρέσει όμως αυτή η αντίθεση, το να είμαι σε ένα πολύ καλό ξενοδοχείο στην Κοπεγχάγη για μια δουλειά ή λίγο έξω από τη Βαρκελώνη για ένα editorial ισπανικού περιοδικού, όπως συνέβη τώρα, και την επόμενη μέρα να κάνω βόλτα στην Αριστοτέλους. Για μένα αυτό είναι μαγευτικό! Αισθάνομαι πολίτης του κόσμου».

Μιλάμε για το μόντελινγκ, τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται. Τον τόσο διαφορετικό από πολλούς άλλους Ελληνες άντρες μοντέλα. «Κάθε δουλειά είναι και μια ταινία», μου εξηγεί και συνεχίζει: «Και ο πελάτης δεν σε έχει κλείσει για την ομορφιά σου, αλλά επειδή πιστεύει ότι έχεις αυτό το διαφορετικό, τον “τύπο”, γιατί κάτι του βγάζεις σε σχέση με το προϊόν που λανσάρει. Η ομορφιά είναι καθαρά γυναικείο θέμα». «Η ομορφιά δεν αφορά τους άντρες;» τον ρωτώ. «Οχι!» απαντά. Γελάει αυθόρμητα, αλλά έπειτα σοβαρεύει ξανά. «Τον άντρα τον κρίνεις ωραίο ή όχι από το ήθος, τις αξίες, τη γενναιοδωρία του σε όλες τις μορφές, το στυλ του, τη σωφροσύνη του. Δεν μου αρέσει η έκφραση “ωραίος” για το αρσενικό. Εμένα με θεωρούσαν πάντα strong face. Αυτό, ναι, μ’ αρέσει. Είναι δυνατόν να μιλάμε στα 42 μου για ομορφιά; Είναι αστείο». Αναρωτιέμαι για το αυτονόητο: για ποιον λόγο δεν μένει μόνιμα στο εξωτερικό παρά πηγαινοέρχεται από την Ελλάδα σε όλες αυτές τις χώρες του πλανήτη που επισκέπτεται λόγω της δουλειάς του. «Για πολλά χρόνια αυτό έκανα», μου λέει. «Σκέψου ότι στην Ελλάδα δεν είχα καν μόνιμη διεύθυνση ακόμη και για πρακτικά θέματα. Μετά από όλα αυτά τα ταξίδια όμως διαπίστωσα πόσο τυχεροί είμαστε που γεννηθήκαμε σ’ αυτή την ευλογημένη χώρα, για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, που εκφραζόμαστε, που ζούμε», καταλήγει.

Οι «Ναυαγοί» της ζωής του

Η αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν η έκθεση «Ναυαγοί I» που διοργάνωσε πρόσφατα σε στον πολυχώρο «The Loft», στην οδό Καπνικαρέας, με 144 ξύλινα δημιουργήματά του, κάτι που είχε ξεκινήσει να ετοιμάζει πριν από δυόμισι χρόνια. Είναι κι αυτό ένα από τα πολύτιμα κομμάτια του εαυτού του. «Ο λόγος για να κάνω αυτή την έκθεση προέκυψε όσο βρισκόμουν στο Αγιον Ορος, μεταξύ Μονής Βατοπεδίου και Μονής Εσφιγμένου, εκεί όπου ξεβγάζει η θάλασσα. Τότε ήρθε ο πρώτος “ναυαγός” στα πόδια μου, το πρώτο κομμάτι ξύλου, ένα γλυπτό της φύσης. Αυτό συνέβη σε συνδυασμό με κάποια ταξίδια μου στη Βόρεια Εύβοια σε πολύ ερημικές παραλίες. Τα συγκεκριμένα κομμάτια τα έφτιαχνα σιγά-σιγά στο σπίτι και έτσι προέκυψαν οι 144 “ναυαγοί”. Ουσιαστικά έκανα τη δουλειά του ρακοσυλλέκτη, τρύπησα τα ξύλα, χωρίς όμως να κάνω κάποια παρέμβαση -εκτός από τα φωτιστικά- και κράτησα την αίσθηση που είχαν όπως όταν βγήκαν από τη θάλασσα, αλλά με τη δική μου ματιά και αισθητική, δίνοντάς τους ξανά ζωή». Τον ρωτάω για τη σχέση του με το Αγιον Ορος, αν και δεν θέλει να πολυμιλάει γι’ αυτό. «Στο Αγιον Ορος πηγαίνω εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από το 1991, για προσευχή και κατάνυξη», λέει χωρίς άλλες εξηγήσεις.

Και σκηνοθέτης

Ο Παρασκευάς ετοιμάζει επίσης αυτό τον καιρό μία ταινία μικρού μήκους με τίτλο «The father», η οποία θα προβληθεί πρώτη φορά στο Παλέρμο το ερχόμενο καλοκαίρι και είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα του. «Ηταν η πιο δυνατή σχέση της ζωής μου, το πρότυπό μου!», λέει για εκείνον και συνεχίζει: «Και νιώθω πάρα πολύ τυχερός για τα παιδικά χρόνια που έζησα στον Τίρναβο, για την οικογένεια που έχω, για όσα βίωσα μικρός. Αυτό είναι κάτι που θα ήθελα να ζήσουν και τα δικά μου παιδιά στο μέλλον, όταν κάνω τη δική μου οικογένεια».

Σκέφτομαι πως μάλλον είναι πολύ μοναχικός. Ή, τουλάχιστον, αυτό κατάλαβα από τη συνάντησή μας. Του το επισημαίνω και δεν διαφωνεί. «Η φύση της δουλειάς μου είναι τέτοια που ουσιαστικά επιβάλλεται να περνάω πολλές ώρες μόνος μου. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι αντικοινωνικός. Αλλοι θέλουν να κάνουν clubbing, να πάνε σε πάρτυ ή σε κάποια δεξίωση. Εγώ προτιμώ να περνάω τις ώρες μου με την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου, τα σκυλιά μας και κάποιους καλούς φίλους ή διαβάζοντας. Το δεύτερο βιβλίο που εξέδωσα, το “Respect”, ήταν αποτέλεσμα μελέτης, αλλά και μιας βαθύτερης ανάγκης», καταλήγει.

Η νέα του καριέρα περιλαμβάνει συγγραφή, σκηνοθεσία και γλυπτά έργα τέχνης, όπως οι 144 «Ναυαγοί» που εκθέτει στον πολυχώρο «The Loft» στην Καπνικαρέα

Οι έρωτες και οι ποιητές

Λίγο πριν μιλήσουμε για τους έρωτές του, τα πάθη του, τις γυναίκες που τον καθόρισαν, τον ρωτάω αν θέλει ένα τσιγάρο. Αλλά δεν καπνίζει. Επίσης δεν πίνει αλκοόλ. Προτιμά, λέει, το πράσινο τσάι. «Ο έρωτας, η γυναίκα, ήταν πάντα ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου, ένα από τα πιο σημαντικά, αλλά δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός», απαντάει λακωνικά.

Βγαίνοντας έξω από το «Café des Poets» που ο ίδιος επέλεξε για να συναντηθούμε εκείνο το βροχερό απόγευμα Δευτέρας και να μιλήσουμε κάτω από τις φωτογραφίες του Καβάφη, του Σικελιανού, του Ρίτσου και του Χριστιανόπουλου, λίγα μέτρα μακριά από τον σταθμό του Ηλεκτρικού «Βικτώρια», φοράει το μπουφάν του, το σκουφί του και τα γάντια του. Και είναι πράγματι εντυπωσιακός. Οχι απλώς ωραίος. «Λοιπόν, Παρασκευά, δεν μετανιώνεις για τίποτα απ’ όσα έχεις κάνει στη ζωή σου;» τον ρωτώ πριν τον αποχαιρετήσω. «Γιατί να μετανιώσω; Ο,τι κάνω το βιώνω πάντα με την καρδιά μου. Το ζω!» μου απαντάει φεύγοντας προς την 3η Σεπτεμβρίου.

«Ο Ελληνας θεός της μόδας» είναι ο πρωτοσέλιδος τίτλος που συνοδεύει το εντυπωσιακό πορτρέτο του στο εξώφυλλο του «Homme»