Ο γερο-Ιρλανδός και η νέα τρελο-Αμερικανίδα

Μία μόλις χρονιά μετά το πρώτο ανέβασμά του στη Νέα Υόρκη, ταυτόχρονα με το ανέβασμα στο Λονδίνο, το νέο έργο του Σάιμον Στίβενς με τον αβανταδόρικο τίτλο «Heisenberg» παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή του Νέου Κόσμου, στην ωραία μετάφραση του Μενέλαου Καραντζά (ο οποίος φαντάζομαι σε αυτή την περίπτωση πιστώνεται και την ταυτοχρονία μας με το βρετανικό θέατρο) και τη γερή, ουσιαστική σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Ο τίτλος, όπως καταλαβαίνετε, αφιερώνεται στον μεγάλο αντίπαλο του Αϊνστάιν, ο οποίος μεταξύ άλλων εισήγαγε τον αγνωστικισμό μας στη μαγική, ακατανόητη και εν πολλοίς αντιρασιοναλιστική κβαντική εποχή.

Ο Στίβενς –που γνωρίζει από ό,τι είναι φανερό τόσο λίγα για τη Φυσική, ώστε να χειρίζεται τους όρους της με τόση και ελευθερία–, ανακαλύπτει στον Χάιζενμπεργκ την «αρχή της απροσδιοριστίας», η οποία γενικευμένη και προσαρμοσμένη στα καθ’ ημάς προσδιορίζει περίπου το εξής αποκαλυπτικό: είναι (και) κανόνας της φύσης ότι δεν μπορείς να γνωρίσεις επακριβώς την κατάσταση που θέλεις να περιγράψεις…

Τώρα, αν διακοσμήσετε την παραπάνω κοινοτοπία με λίγη μπαρόκ επιστημολογία (κβάντα, θέση και ορμή), δεν θα κάνετε τα πράγματα σαφέστερα, θα τα κάνετε όμως σαφώς περισσότερο γοητευτικά. Το νόημα είναι ότι ακόμη και το ίδιο το άντρο της επιστήμης, ο ναός της ασφάλειας και σταθερότητας, με τα μυστικά ιερογλυφικά του σύμπαντος στη διάθεσή του, τους φυσικούς νόμους και τις μαθηματικές εξισώσεις, συμφωνούν με τη δική μας εκτός Φυσικής, άκρως θεατρική διαίσθηση, ότι ο άνθρωπος και η πορεία του είναι εγγενώς «απροσδιόριστα».

Ετσι διατυπωμένο το νέο έργο του Στίβενς χάνει πιθανόν κάτι από την αρχική ορμή του (ακόμη κι αν περιγράφεται επακριβώς). Δεν μπορώ όμως να συγκρατήσω την ειρωνεία μου. Με αυτή την «απροσδιοριστία», το θέατρο (κι η τέχνη όλη, για να είμαστε ακριβείς) πάλεψε από το ξεκίνημά του. Ο Χάιζενμπεργκ έρχεται εδώ σαν κάποια βαρύγδουπη, σοφιστικέ επιβεβαίωση της βάσης που γέννησε από τη φάρσα μέχρι το δράμα και την τραγωδία, αναλόγως πόσο σοβαρά παίρνει κανείς το αξίωμα ότι δεν ξέρει ποτέ τι του ξημερώνει το αύριο (αν το αύριο του ξημερώσει κιόλας)…

Η βάση όμως σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το θέμα, αλλά η τεχνική. Με στοιχεία από τους «Αταίριαστους» μέχρι τη «Φθινοπωρινή σονάτα», το «Heisenberg» μοιάζει εξαρχής να προβάλλει την αληθινή καταγωγή του: τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής από τα οποία προέκυψε.

Δύο αταίριαστα πρόσωπα συναντιούνται (πού αλλού;…) σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, από μια ξαφνική απρόσμενη αντίδραση του ενός προς το άλλο, ένα φιλί στον λαιμό. Αυτό και μόνο τοποθετεί τα πράγματα στο επίπεδο της εργαστηριακής δημιουργίας, κι αν η αφετηρία σας φάνηκε ήδη αρκετά επιτηδευμένη, συνυπολογίστε ότι το ένα από τα δύο πρόσωπα αφορά έναν 75άρη Ιρλανδό χασάπη, μονήρη και ήσυχο, ενώ το δεύτερο, μια τρελο-σαραντάρα, παρορμητική κι αμετροεπή, μια κουρασμένη κι εμφανώς διαταραγμένη Αμερικανίδα «Πολυάννα».

Περικλής Μουστάκης, Κόρα Καρβούνη

Επίδειξη ρητορικής

Δεν χρειαζόμαστε τον Χάιζενμπεργκ εδώ, αρκούν βασικές γνώσεις Γυμνασίου. Τα ετερώνυμα έλκονται στη φύση, όπως και ελκύουν στο θέατρο. Το έργο του Στίβενς ξεκινά από αυτή τη δυναμική και θέλει –εργαστηριακά– να αποδείξει ότι μπορεί στη σκηνή να δεθούν πλάσματα τόσο διαφορετικά, απόμακρα και φυσικώς, λογικώς όσο και στατιστικώς τόσο ανοίκεια μεταξύ τους. Δραματουργία σαν επίδειξης ρητορικής.

Γίνεται; Γιατί όχι. Αλλά στο έργο του Στίβενς ο βυθός που κανονικά στο ρεαλιστικό θέατρο γεννά τη συμπάθεια και την έλξη των προσώπων μένει θολός –ακόμη περισσότερο η θολότητα γίνεται επιχείρημα και άποψη, επικαλείται μάλιστα τη φυσική κατάσταση του κόσμου για να «δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα».

Τι είδους χασάπης είναι αυτός που δεν έχει πάνω του ίχνος από επαγγελματική, ας πούμε, κουλτούρα; Πώς έζησε τόσα χρόνια; Γιατί συνεχίζει στην ηλικία αυτή και δουλεύει; Αν πάμε στην παρτενέρ του, τα πράγματα αγριεύουν ακόμη περισσότερο. Γιατί λέει ψέματα για τη ζωή της; Ηταν παντρεμένη κι έχει στα αλήθεια γιο; Τι θέλει από το φιλήσυχο γεροντάκι; Και για να μιλήσουμε κάποτε και για τον ελέφαντα στο (στενό) δωμάτιο: Μα επιτέλους, «τι του βρίσκει»!;..

Για τις όποιες ερωτήσεις σας απευθυνθείτε παρακαλώ στον κ. Χάιζενμπεργκ. Οι άνθρωποι μένουν (και πρέπει να μείνουν;) αδιαφανείς στις θεωρήσεις μας. Η αληθινή κατάσταση του ανθρώπου είναι η διαρκής μεταβολή, η μετακίνηση και σκοτεινές, άγνωρες δυνάμεις που καθορίζουν άλλοτε τη θέση κι άλλοτε την προσωπικότητά ή την πορεία του. Με άλλα λόγια, το ποιος είναι κάποιος είναι αδύνατο να το πεις και να το προβλέψεις ταυτόχρονα. Στη ζωή.

Είναι περίεργη αυτή η διαπίστωση και κατά τη γνώμη μου αδικεί το έργο. Αν υπάρχει κάποιο σημείο που μπορούμε να αισθανθούμε αληθινό ενδιαφέρον για την απίθανη αυτή συνύπαρξη είναι εκεί που βλέπουμε τους δύο τους να συγκλίνουν, να πλησιάζουν και τελικά να γίνονται ένας.

Ναι, αυτός ο γέρος Ιρλανδός και η νέα αυτή τρελο-Αμερικανίδα δεν είναι το συμπλήρωμα αλλά το ψυχικό αντίκρισμα ο ένας του άλλου. Για να προχωρήσω τα πράγματα παραπέρα, ο ένας θα μπορούσε να είναι ο άλλος, αν αφαιρέσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι συνθήκες, οι πιθανότητες, το τυχαίο ή το πεπρωμένο διαφοροποιούν τους ανθρώπους. Και οι τελευταίοι, ορισμένες φορές, σε πείσμα όλων αυτών έρχονται κοντά και αγκαλιάζονται, μέσα από τόνους απροσδιοριστίας και χάους ο ένας αναγνωρίζει στον άλλο τον άλλο εαυτό του. Στο θέατρο.

Ας λέει ο Χάιζενμπεργκ ό,τι θέλει για την απροσδιοριστία γύρω μας. Στο θέατρο δεν ακολουθούμε ακριβώς τη ζωή ή τη φύση, γιατί η ζωή από μόνη της είναι πολύ αφύσικη για να γίνει θέατρο. Το «Heisenberg» είναι φύσει απαισιόδοξο και θέσει αισιόδοξο έργο.

Προδιαγράφει μια επιτυχία κι όχι βέβαια μόνο γι’ αυτό. Είναι και γιατί ακολουθεί, όπως είπαμε, τη δοκιμασμένη συνταγή: αρκετά προκλητικό και παράταιρο ζευγάρι, σπαρταριστό διάλογο (με αρκετές εξυπνάδες), και κυρίως, αβάντα στους ηθοποιούς του. Με τον Περικλή Μουστάκη και την Κόρα Καρβούνη δεν χρειάζεται πολλά περισσότερα.

Αν κι η αλήθεια είναι πως ακόμη και αυτοί κολλούν από ένα σημείο και μετά στον τύπο παρά στο «πρόσωπο» (από πού θα μπορούσαν να πιαστούν άλλωστε;), καταφέρνουν να κάνουν τα πράγματα να εκπέμψουν φως και συμπάθεια, αισιοδοξία, ευαισθησία και ίσως το αίσθημα της λύτρωσης. Αυτά καλούν τον κόσμο να γεμίσει τη σκηνή του Νέου Κόσμου. Δεν είναι ο Χάιζενμπεργκ που στέλνει την πρόσκληση. Είναι το θέατρο της αλληλο-προσδιορισμένης ανθρωπιάς μας.