Μεσαία τάξη: Πολύπαθη, κρίσιμη, απρόβλεπτη

Αποτέλεσμα εικόνας για Μεσαία τάξη
H ανάγνωση των δημοσκοπήσεων στο Μαξίμου κάνει focus το τελευταίο διάστημα σε δύο σημεία: Το πρώτο, και πολιτικά ενθαρρυντικό, είναι η αργή μεν, σταθερή δε μείωση της διαφοράς μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, που αποτυπώνεται σε όλες τις μετρήσεις, τόσο στις “ανοιχτές”, όσο και στις κυλιόμενες που δεν δημοσιοποιούνται.  Το δεύτερο, το οποίο χαρακτηρίζεται “δομικής σημασίας” από τους εκλογολόγους της κυβέρνησης, είναι τα ποιοτικά στοιχεία ως προς την σύνθεση της μάζας των αναποφάσιστων: Ο πυρήνας αυτής της – εξαιρετικά κρίσιμης εκλογικά ομάδας – είναι κεντροαριστερής προέλευσης, είχε ψηφίσει κυρίως ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές και ανήκει, ή ανήκε, στην μεσαία τάξη.
Μεσαία τάξη: Πολύπαθη, κρίσιμη, απρόβλεπτη

Ο “κωδικός μεσαία τάξη”, της κοινωνικής ομάδας που έχει δεχτεί καίριο πλήγμα στα χρόνια της κρίσης, έχει άλλωστε ενεργοποιηθεί σε όλο το εύρος του πολιτικού τόξου. Δεν χρειάζονται οι δημοσκοπήσεις για να αποτυπωθεί η οριακή κατάσταση μνημονιακής κόπωσης στην οποία έχει περιέλθει μια από τις πιο δυναμικές κοινωνικές ομάδες – η ομάδα εκείνη με την οποία, κατά πολλούς, “κερδίζεις ή χάνεις εκλογές”. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι τόσο η Νέα Δημοκρατία όσο και το νεοσύστατο, και πασοκογενές, “Κίνημα Αλλαγής” έχουν κάνει σημαία τους την υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης και στρέφουν εκεί την αιχμή της εκλογικής τους στόχευσης.

Για την κυβέρνηση όμως η πρόκληση που συνιστά η μεσαία τάξη είναι ακόμη πιο σύνθετη. Πρώτον, διότι η υπερφορολόγηση και η αποδυνάμωσή της μπορεί να ακυρώσει τους ίδιους τους στόχους της δημοσιονομικής και μεταμνημονιακής ανάκαμψης καθ΄ότι πρόκειται για την τάξη εκείνη που κινεί παγίως τους βασικούς μοχλούς της οικονομίας και της αγοράς. Δεύτερον, διότι μια μόνιμη απομάκρυνσή της από τον ΣΥΡΙΖΑ θα ακύρωνε και τον κεντρικό πολιτικό σχεδιασμό του Αλέξη Τσίπρα, εκείνον της παγίωσης του νέου δίπολου αριστεράς δεξιάς και της κυριαρχίας στον χώρο της κεντροαριστεράς.

Το μήνυμα Τσίπρα για την υπερφορολογηση

Mε αυτά τα διακυβεύματα, η ανάκτηση των δεσμών με την μεσαία τάξη μπαίνει στις προτεραιότητες της κυβερνητικής ατζέντας. Και η προοπτική της μείωσης των φορολογικών βαρών μετά την έξοδο από το Μνημόνιο, όταν θα υπάρξει και ο αναγκαίος δημοσιονομικός χώρος, είναι το μήνυμα που θα εκπέμπεται όλο και πιο έντονα το επόμενο διάστημα.

Ενδεικτική επ’ αυτού, άλλωστε, ήταν η ομιλία του ίδιου του πρωθυπουργού χθες βράδυ στο συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, προαναγγέλοντας ουσιαστικά μείωση των φορολογικών συντελεστών το 2019: “Υπάρχουν ακόμη προβλήματα και δυσκολίες και καλούμαστε συλλογικά να τα υπερβούμε. Ένα από αυτά τα προβλήματα είναι και αυτό το οποίο αντιμετωπίζετε έντονα κι εσείς, όπως και μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας –  είναι βεβαίως η υψηλή φορολόγηση”, είπε ο Αλέξης Τσίπρας, για να προσθέσει ότι “η έξοδος από τη κρίση θα επιτρέψει και πάλι τη μείωση των συντελεστών φορολόγησης”. “Από το 2019”, τόνισε, “θα αρχίσουμε να βλέπουμε το δημοσιονομικό χώρο που δημιουργείται και, βεβαίως, αυτό θα στηριχθεί πρωτίστως στην επιτυχία της οικονομίας και στην δυνατότητα να έχει διατηρήσιμους ρυθμούς ανάπτυξης”.

Το μεσοπρόθεσμο και οι ελαφρύνσεις

Ανάλογο μήνυμα είχε ήδη στείλει και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, επισημαίνοντας ότι “ κανένας δεν αρνείται ότι έχουν σωρευθεί δυσανάλογα βάρη στις πλάτες της μεσαίας τάξης”. “Από το 2018 και μετά”, είπε, “θα υπάρξει και επιπλέον δημοσιονομικός χώρος, έτσι ώστε προχωρήσουμε σε στοχευμένες φοροελαφρύνσεις με κύριο μέλημά μας την ελάφρυνση αυτών των βαρών”. Στην ίδια κατεύθυνση, άλλες κυβερνητικές πηγές θυμίζουν ότι, ήδη, στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα υπάρχει πρόβλεψη για μείωση των φορολογικών βαρών ύψους 3,2 δισ. ευρώ – μια μείωση που, όπως τονίζουν, θα διαχυθεί σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Προϋπόθεση όμως τούτων είναι πάντοτε η ομαλή έξοδος από το πρόγραμμα τον επόμενο Αύγουστο και η σταθερή επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Και, βεβαίως, το ανοιχτό πολιτικό ερώτημα εδώ είναι τα περαιτέρω περιθώρια αντοχών της μεσαίας τάξης. Τα οποία, ενδέχεται να καθορίσουν και τα περιθώρια της πολιτικής ανατροπής που επιδιώκει η κυβέρνηση.