Μήνυμα Τσακαλώτου στους Ευρωπαίους για διευθέτηση του χρέους

Τη σπουδαιότητα διευθέτησης της ελληνικού χρέους με λήψη σχετικής απόφασης στο Eurogroup της 21ης Ιουνίου, υπογράμμισε ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος, επισημαίνοντας πως σε αντίθετη περίπτωση η χώρα μας θα δυσκολευθεί να έχει πρόσβαση στις διεθνείς οικονομικές αγορές.

«Είναι εξαιρετικά σημαντικό για μας, στα οικονομικά φύλλα της Handelsblatt, της Wall Street Journal και των Financial Times να μη γραφτεί στις 22 Ιουνίου ότι το Eurogroup μετέθεσε εκ νέου το πρόβλημα και δεν διευθέτησε το ζήτημα το ελληνικού χρέους. Εάν συμβεί αυτό, προφανώς δεν θα έχουμε πρόσβαση στις χρηματαγορές», δήλωσε χαρακτηριστικά ο υπουργός σε συνέντευξή του στη γερμανική ZEIT Online.

Σημείωσε επίσης ότι ο νέος υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Όλαφ Σολτς, «γνωρίζει ότι υπάρχει μία ανακοίνωση του Eurogroup του Ιουνίου του 2017, η οποία είναι πολύ σημαντική και δεσμεύεται σε μία ελάφρυνση του χρέους, ούτως ώστε η Ελλάδα να μπορέσει και πάλι να βγει στις χρηματαγορές μετά το πέρας του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής».

Παράλληλα, ο υπουργός δήλωσε ανήσυχος για τις εξελίξεις στην Ιταλία και αναφερόμενος στην αναταραχή που προκλήθηκε στις αγορές των ομολόγων, επισήμανε ότι δεν αναμένει να συνεχιστεί αιωνίως η άνοδος στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων.

Ο κ. Τσακαλώτος υπενθύμισε ότι το Eurogroup έχει καταστήσει σαφές ότι προτίθεται να βοηθήσει την Ελλάδα στην επάνοδό της στις χρηματαγορές, ανεξαρτήτως της συμμετοχής του ΔΝΤ. Σημειώνεται ότι ο υπουργός θα συναντηθεί την ερχόμενη Παρασκευή με τον διευθύνοντα σύμβουλο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ. Την ίδια ημέρα, επίσης, ο κ. Τσακαλώτος θα έχει συνάντηση και με τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις.

Αναφορικά με την ευρωπαϊκή πολιτική, ο κ. Τσακαλώτος αναφέρθηκε στην ανάγκη «ύπαρξης θεσμών που επιλύουν προβλήματα»:

Όταν κανείς εισέρχεται σε μία νομισματική ένωση με την εθνική του οικονομία, εγκαταλείπει ένα σημαντικό όπλο: Δεν έχει πλέον τη δυνατότητα υποτίμησης του νομίσματός του, καθιστώντας έτσι ανταγωνιστικότερη την οικονομία του. Επομένως, χρειάζονται άλλα εργαλεία για να το υποκαταστήσουν, πχ μία περιφερειακή πολιτική, μία ευρωπαϊκή πολιτική κατά της ανεργίας ή μία ευρωπαϊκή στρατηγική επενδύσεων. Δυστυχώς, τα κράτη- μέλη της ευρωζώνης περιμένουν πολιτικές κρίσεις όπως αυτή στην Ιταλία, αντί να κοιτάξουν μπροστά και να αποφασίσουν μεταρρυθμίσεις.