“Λάδι” και η Μαρέβα

Η Βουλή “καθάρισε” τον Κυριάκο Μητσοτάκη για το ελλιπές πόθεν έσχες λόγω “διάστασης”

Η Βουλή “καθάρισε” τον Κυριάκο Μητσοτάκη για το ελλιπές πόθεν έσχες λόγω “διάστασης”. “Λάδι” και η Μαρέβα από την σχετική έρευνα που έκανε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας

Το αποτέλεσμα: Κανένας έλεγχος από πουθενά για τις δηλώσεις πόθεν έσχες που υπέβαλλε για χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης χωρίς να συμπεριλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία της συζύγου του προφασιζόμενος μια “διάσταση” με αμφιλεγόμενη χρονική διάρκεια.

Σε ότι αφορά τον σημερινό αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ,Κυριάκο Μητσοτάκη, μετά τις αποκαλύψεις του Documento σχηματίστηκε σχετική δικογραφία με παρέμβαση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Ξένης Δημητρίου. Το θέμα ερευνήθηκε αρμοδίως από τη Βουλή όπου γνωμοδότησε η αρμόδια επιτροπή, η οποία με ένα πρωτοφανές εφεύρημα αποφάσισε ότι αφού όσοι είναι σε διάσταση μπορούν να κάνουν χωριστή φορολογική δήλωση, με αναλογική εφαρμογή του νόμου μπορούν να μην κάνουν και δήλωση πόθεν έσχες. Πρόκειται για αλχημεία που βρίσκει αναλογική εφαρμογή σε νόμους οι οποίοι δεν σχετίζονται μεταξύ τους γιατί αφορούν διαφορετικά πράγματα και δημιουργεί δύο σοβαρά θέματα.

Το πρώτο είναι ότι μπορεί μια επιτροπή της Βουλής να «νομοθετεί» όταν υπάρχει δυσχέρεια έστω νομικής άποψης.

Το δεύτερο είναι πως αναγνωρίζει ότι όποιος είναι υποχρεωμένος να κάνει δήλωση πόθεν έσχες θα μπορεί να δηλώνει ότι είναι σε (αμφίβολη) διάσταση και θα απαλλάσσει τον ή τη σύζυγο από τον έλεγχο. Δηλαδή ο ή η σύζυγος θα είναι νομοταγής αλλά το «σε διάσταση» έτερον ήμισυ μπορεί να εισπράττει μίζες και μαύρο χρήμα αφού δεν ελέγχεται μέσω της δήλωσης του πόθεν έσχες. Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, δικαστικοί, εφοριακοί μπορούν απλώς να δημιουργήσουν μια «διάσταση» νοικιάζοντας ένα σπίτι με 80 ευρώ ως δική τους κατοικία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με βάση όσα αναφέρονται στην Επιτροπή Πόθεν Έσχες της Βουλής, δεν μπορεί να αποδείξει με στοιχεία πραγματική διάσταση και επικαλείται φιλοξενία σε σπίτι φίλου, τον οποίο όχι μόνο δεν αναφέρει αλλά ούτε η επιτροπή τού ζητά να δώσει στοιχεία για να το ελέγξει. Μετά την απόφαση αυτή η κ. Μαρέβα Γκραμπόφσκι απαλλάσσεται από τον έλεγχο για την αγορά του σπιτιού του Βολταίρου στο Παρίσι, την ύπαρξη offshore εταιρειών αλλά και τις επαγγελματικές δραστηριότητες με τον Σταύρo Παπασταύρου της Λίστας Λαγκάρντ και των Panama Papers, αφού για την επίμαχη περίοδο δεν ελέγχεται το πόθεν έσχες της.

Το εφεύρημα αυτό της επιτροπής της Βουλής , επί της ουσίας κατάργησε το πόθεν έσχες , καθώς σύμφωνα με έγκριτους νομικούς ανατρέπει και καταργεί, το ζητούμενο, τον σκοπό δηλαδή της ρύθμισης του πόθεν έσχες που είναι η εξασφάλιση πλήρους ελέγχου του τρόπου απόκτησης των περιουσιακών στοιχείων όλων των υπόχρεων σε δήλωση πόθεν έσχες.

Κι αφού η επιτροπή της Βουλής προσχώρησε ουσιαστικά σε διαζύγιο με τον έλεγχο , ήρθε στη συνέχεια και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθήνας να αρχειοθετήσει τη σχετική δικογραφία που είχε σχηματιστεί σε σχέση και με την σύζυγο του Κυριάκου Μητσοτάκη καθώς κρίθηκε ότι η Μαρέβα Γκραμποφσκι δεν είχε υποχρέωση να καταθέτει κοινή δήλωση περιουσιακής κατάστασης με τον σύζυγο της την περίοδο που βρισκόντουσαν σε διάσταση.

Το άλλο σημαντικό βέβαια σκέλος της υπόθεσης που αφορά στην ποινική διερεύνηση της προέλευσης των χρημάτων με τα οποία η κ. Γκραμπόφσκι αγόρασε το περιβόητο ακίνητο των 92 τ.μ. στο Παρίσι είναι ακόμα ανοικτό καθώς ελέγχεται από την Οικονομική Εισαγγελία.

Στο αρχείο η υπόθεση του «πόθεν έσχες» της Μαρέβα Μητσοτάκη

Η αποκάλυψη του Documento

Τον Φεβρουάριο του 2017 το Documento αποκάλυψε ότι η σύζυγος του προέδρου της ΝΔ Κυριάκου Μητσοτάκη, Μαρέβα Γκραμπόφσκι, εμφανίζεται από το 2006 να αποκτά περιουσιακά στοιχεία (μεταξύ αυτών το σπίτι του Βολταίρου στο Παρίσι), τα οποία όμως δεν εμφανίζονται σε δήλωση πόθεν έσχες που έπρεπε να υποβάλει ο κ. Μητσοτάκης. Ο πρόεδρος της ΝΔ απάντησε (με τρόπο μάλιστα που δεν άρμοζε σε αρχηγό κόμματος ο οποίος απαντά σε εφημερίδα) ότι δεν έκανε δήλωση πόθεν έσχες επειδή ήταν σε διάσταση με τη σύζυγό του. Το Documento, ύστερα από απόψεις που είχαν εκφράσει νομικοί, υποστήριξε ότι η διάσταση μεταξύ συζύγων δεν τους απαλλάσσει από τη δήλωση πόθεν έσχες. Η φορολογική δήλωση γίνεται για να καταβάλλουν οι πολίτες τον φόρο που τους αναλογεί, ενώ το πόθεν έσχες για να ελέγχονται ειδικές κατηγορίες πολιτών. Οι χωριστές φορολογικές δηλώσεις δεν αναιρούν τον έλεγχο, αλλά το να μην υποβάλλει ο ένας από τους δύο συζύγους δήλωση πόθεν έσχες τον αναιρεί.

Το Documento στηριζόμενο σε δημόσιες δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος έλεγε στο παρελθόν «ήμουν πέντε χρόνια σε διάσταση με τη Μαρέβα» και με βάση το γεγονός πως την έναρξη αυτής της διάστασης την τοποθετούσε στο 2006, επέμενε ότι υπήρχαν τουλάχιστον τρία χρόνια που ήταν μαζί, αλλά δεν έκανε ανάλογη δήλωση πόθεν έσχες. Οσα έγραφε το Documento δεν αφορούσαν φυσικά την προσωπική ζωή του κ. Μητσοτάκη, αλλά τον έλεγχο ενός δημόσιου προσώπου σε σχέση με την περιουσιακή του κατάσταση και μόνο.

Υστερα από αναφορά στον Αρειο Πάγο, η υπόθεση έφτασε στην Επιτροπή Ελέγχου Περιουσιακής Κατάστασης της Βουλής, η οποία αποτελείται από τους Αναστασία Χριστοδουλοπούλου (πρόεδρο, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ), Δημητρούλα Υφαντή(αρεοπαγίτη), Στέλιο Λεντιδάκη (σύμβουλο Ελεγκτικού Συνεδρίου), Αριστόβουλο Βώρο (σύμβουλο Επικρατείας), Θεόδωρο Μητράκο (υποδιοικητή Τράπεζας της Ελλάδος), Ανδρέα Ποττάκη (συνήγορο του Πολίτη), Σπύρο Λάππα (βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ), Κώστα Τσιάρα (βουλευτή ΝΔ).

Η αναλογική εφαρμογή της συγκάλυψης

Στις 24 Ιουλίου 2017 η επιτροπή συνεδρίασε για να αποφασίσει αν τελικώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλώς δεν υπέβαλε δήλωση πόθεν έσχες για τη σύζυγό του. Εισήγηση για το θέμα έκανε ο σύμβουλος Επικρατείας Αρ. Βώρος, ο οποίος δικαίωσε τον κ. Μητσοτάκη. Εχει ενδιαφέρον η νομική ανάλυση του κ. Βώρου, ο οποίος δεν έμεινε μόνο στις νομικές του ερμηνείες, αλλά αποδέχθηκε ως πραγματικά γεγονότα αναπόδεικτους ισχυρισμούς του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Εως το 2015 που ψηφίστηκε σχετικός νόμος, ο οποίος όρισε πότε δύο σύζυγοι δεν κάνουν δήλωση πόθεν έσχες, δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη για μη υποβολή της από εν διαστάσει συζύγους. Σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Βώρου, επειδή στις φορολογικές διατάξεις υπήρχε πρόβλεψη για το τι γίνεται με τις φορολογικές δηλώσεις εν διαστάσει συζύγων, «το νομοθετικό κενό έπρεπε να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή των φορολογικών διατάξεων». Δηλαδή ο σύμβουλος της Επικρατείας πρότεινε να υπάρξει αναλογικότητα σε διαφορετικούς νόμους διαφορετικού σκοπού, πράγμα το οποίο, με βάση όσα υποστηρίζουν νομικοί, είναι πρωτοφανές. Είναι σαν να λέμε ότι επειδή και τα πορτοκάλια και και τα ροδάκινα είναι φρούτα, αναλογικά έχουν τα ίδια κουκούτσια.

Με τον τρόπο αυτό οι φορολογικές διατάξεις γίνονται μέτρο ελέγχου του πόθεν έσχες, άρα μπορεί ενδεχομένως να υποστηρίξει κάποιος πως το πόθεν έσχες είναι περιττό αφού υπάρχει η φορολογική δήλωση.

Εκτός όμως από το νομικό μέρος που δικαιολογεί το να μην έχει υποχρέωση ο κ. Μητσοτάκης να κάνει δήλωση πόθεν έσχες για τη Μαρέβα εάν είναι σε διάσταση, υπάρχει και το κομμάτι το οποίο εξετάζει αν τελικώς η διάσταση ήταν εικονική ή πραγματική. Εκεί τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα.

«Εμενα σε έναν φίλο»

Στην εισήγησή του ο κ. Βώρος κάνει την παραδοχή τού «δυσαπόδεικτου του πραγματικού γεγονότος της διάστασης των συζύγων», αλλά παρ’ όλα αυτά καταλήγει ότι Κυριάκος και Μαρέβα ήταν σε διάσταση. Προκειμένου να αποδειχθεί η πραγματική ή μη διάσταση, εξετάζονται τα έγγραφα που έχει καταθέσει ο κ. Μητσοτάκης στην επιτροπή. Σύμφωνα με τα πρακτικά της επιτροπής, παρατηρείται «μια διάσταση ως προς τη διάρκεια της διάστασης πέντε ετών», για την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει ότι ήταν τελικώς οκτώ χρόνια. Η επιτροπή αναφέρεται και σε όσα είπε κατ’ επανάληψη ο ίδιος ο πρόεδρος της ΝΔ σε εκπομπή για πέντε χρόνια διάστασης, για να πάρει την απάντηση από τον Μητσοτάκη ότι «είναι προφανές πως ήταν στην αποστροφή του λόγου του».

Στη συνέχεια η επιτροπή, για να ελέγξει αν είναι πραγματική η διάσταση, εξετάζει τα συμβόλαια ενοικίασης σπιτιών από τον κ. Μητσοτάκη κατά την επίμαχη περίοδο.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης καταθέτει στην επιτροπή ένα συμβόλαιο ενοικίασης κατοικίας στην οδό Αύρας 4 στο Κεφαλάρι από την 1η Σεπτεμβρίου 2006 έως την 1η Σεπτεμβρίου 2008, και ένα ακόμη στην οδό Αρτέμιδος 43 στην Κηφισιά, από την 6η Δεκεμβρίου 2010 έως την 5η Νοεμβρίου 2013. Το τελευταίο μισθωτήριο είναι θεωρημένο από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, πράγμα που σημαίνει πως νοικιάστηκε από ανώνυμη εταιρεία. Θα είχε ενδεχομένως ενδιαφέρον να δούμε ποια είναι αυτή.

Συνολικά δηλαδή ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσκομίζει μισθωτήρια για πέντε χρόνια και όχι για οκτώ. Ο Μητσοτάκης όμως παραδέχεται ότι από το τελευταίο σπίτι «αποχώρησα πριν τη λήξη της μίσθωσης και φιλοξενήθηκα στην οικία στενού φίλου μου, στον οποίο είχα φιλοξενηθεί και κατά την έναρξη της διάστασης και μέχρι να μισθώσω την πρώτη οικία». Δηλαδή πάνω από τρία χρόνια δεν πιστοποιείται μέσω συμβολαίων διάσταση με τη σύζυγό του. Η επιτροπή όμως αποδέχεται ότι προφανώς πάνω από τρία χρόνια ο επιφανής και οικονομικά εύρωστος Κυριάκος Μητσοτάκης έμενε με φίλο του. Δεν μπαίνει μάλιστα στον κόπο να ρωτήσει ούτε ποιος είναι ο φίλος ούτε να ερευνήσει την αλήθεια όσων λέει, έστω με καταθέσεις προσώπων.

Καταλήγει όμως η επιτροπή ότι « νομίμως υπέβαλε χωριστές δηλώσεις»…

Κυριάκος: Μη με ξαναενοχλήσετε

Πέρα από τα αντιφατικά όμως που καταθέτει εγγράφως ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην επιτροπή της Βουλής, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και το πώς της απευθύνεται. Αναρωτιέται γιατί τον ενοχλούν ζητώντας εξηγήσεις και απαντά στον ίδιο τον έλεγχο της επιτροπής και την πρόεδρο Τασία Χριστοδουλοπούλου υποτιμητικά επειδή ψάχνουν πράγματα που αποτελούν πληροφορίες από αναξιόπιστες πηγές, εννοώντας φυσικά το Documento.

Αντί να απαντήσει ευθαρσώς για όσα ερωτάται και με διάθεση να διαλευκάνει την υπόθεση και να υπηρετήσει τη διαφάνεια, γράφει: «Μου προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι η επιτροπή σας εξακολουθεί να αναζητά συμπληρωματικά στοιχεία για ένα ζήτημα το οποίο είναι ευρύτατα και δημοσίως γνωστό σε όλους. Οτι δηλαδή το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως και το 2014 βρισκόμουν σε διάσταση με τη σύζυγό μου… Πρώτο μέλημα της επιτροπής είναι να εξετάζει την αξιοπιστία των “κατηγοριών” και των “κατηγόρων” και όχι να καθίσταται τιμητής και “παίκτης” του πολιτικού ανταγωνισμού». Για να καταλήξει: «Δεν είμαι διατεθειμένος στο μέλλον να ανεχθώ οποιαδήποτε πρόκληση ή ενέργεια η οποία θα διαταράσσει την οικογενειακή και προσωπική μου ζωή και θα μειώσει την προσωπικότητά μου».

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ο οποίος επιχειρηματολογεί ότι η υπόθεση του χωρισμού του είναι προσωπικό θέμα, εντούτοις θεωρεί πως έπρεπε να είναι παγκοίνως και δημοσίως γνωστή με λεπτομέρειες.

Παρότι η υπόθεση έχει διαβιβαστεί από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στην επιτροπή, ο πρόεδρος της ΝΔ απαιτεί έλεγχο αξιοπιστίας των πηγών, δηλαδή έλεγχο του Τύπου. Η δε άποψή του για την επιτροπή και τον θεσμικό της ρόλο συγκεντρώνεται στις απειλές προκειμένου να μην τον ξαναενοχλήσουν, παρότι είναι ελεγχόμενος από την επιτροπή.

Είναι ενδιαφέρον ότι η επιτροπή αποφάσισε ομόφωνα πως ο κ. Μητσοτάκης καλώς δεν έκανε δήλωση πόθεν έσχες και στο ερώτημα αν πρέπει να γίνει τακτικός έλεγχος ή κατά προτεραιότητα, μόνο οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και ο σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου Στ. Λεντιδάκης ψήφισαν να γίνει έλεγχος κατά προτεραιότητα. Δηλαδή ούτε έλεγχος θα γίνει.

Φυσικά ένα ακόμη ερώτημα είναι γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανεξάρτητα από το τι αποφάσισε η επιτροπή, δεν θέτει τον εαυτό του και τη σύζυγό του σε έλεγχο του πόθεν έσχες των περιουσιακών στοιχείων που έχουν αποκτηθεί. Τι θέλει να κρύψει; Κατά τα λοιπά, οι υπόλογοι πόθεν έσχες μπορούν να εφεύρουν μια διάσταση «διαμένοντας σε φίλους» για να μην κάνουν δήλωση πόθεν έσχες.

Η ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ

Ας δούμε όμως τι απάντησαν τέσσερις επιφανείς νομικοί όταν τους θέσαμε το ερώτημα εάν , όπως “γνωμοδότησε” η αρμόδια επιτροπή της Βουλής , μπορούν οι φορολογικές ρυθμίσεις να έχουν εφαρμογή στη νομοθεσία περί πόθεν έσχες· σε έναν διαφορετικό δηλαδή νόμο, που υπηρετεί έναν τελείως διαφορετικό σκοπό.

Ιωάννης Μαντζουράνης

Δικηγόρος

«Εύλογη εντύπωση ότι εξυπηρετούνται σκοπιμότητες»

Το γεγονός ότι η λέξη «νόμιμον» είναι καρκινική και διαβάζεται το ίδιο και από την αρχή και από το τέλος συχνά επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν ότι η ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του δικαίου είναι σε τελική ανάλυση ζήτημα προσώπων. Και αυτό γιατί, στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου συσχετισμού ισχύος κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, διαφορετικά πρόσωπα ερμηνεύουν και εφαρμόζουν τους κανόνες δικαίου με διαφορετικό τρόπο και συχνά καταλήγουν σε εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και θέσεις, ανάλογα και με τις ιδεολογικές, θεωρητικές και πολιτικές αφετηρίες του εκάστοτε ερμηνευτή και εφαρμοστή των κανόνων δικαίου, χωρίς να παραβλέπεται και η τοποθέτησή του στο πεδίο της σύγκρουσης ή σύγκλισης ατομικών και γενικών συμφερόντων, που είτε εκπροσωπεί είτε υιοθετεί είτε ταυτίζεται με αυτά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι προφανές ότι οι εκάστοτε ερμηνευτές και εφαρμοστές των κανόνων δικαίου έχουν μεγάλα περιθώρια κίνησης, που συχνά γίνονται εκτεταμένα πεδία αυθαιρεσίας όταν προκύπτουν κενά νόμου, τα οποία επιχειρείται να ξεπεραστούν με επίκληση γενικών αρχών του δικαίου όπως η αναλογία, η επιείκεια κ.λπ., που η εξειδίκευσή τους παρέχει πολλές ευκαιρίες για να γίνει το δίκαιο εργαλείο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Εκεί και τότε το ανεξάρτητον των δικανικών κρίσεων συγχέεται σκοπίμως με το ανεξέλεγκτον αυτών.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου –κατά τον έλεγχο του πόθεν έσχες των υπόχρεων πολιτικών, δικαστικών, δημοσιογράφων και λοιπών προσώπων– γίνεται χρήση γενικών αρχών του δικαίου, όπως λ.χ. είναι η αναλογικότητα, για να δικαιολογηθεί η προσφυγή σε κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας, που ρυθμίζουν βιοτικές σχέσεις άλλου είδους και εξυπηρετούν άλλες ανάγκες και σκοπούς, πρέπει να συνεκτιμάται η βούληση του ιστορικού νομοθέτη και το αντικειμενικό νόημα του νόμου, να γίνεται χρήση των γενικών αρχών με εξαιρετική φειδώ και μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη λύση, γιατί άλλως εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι εξυπηρετούνται σκοπιμότητες και δικαιολογείται το υπό του Σόλωνος λεχθέν ότι στον ιστό της αράχνης εγκλωβίζονται μόνο τα μικρά και αδύναμα έντομα γιατί τα ισχυρά διαπερνούν ανενόχλητα.

Θεόδωρος Μαντάς

Δικηγόρος, υποψήφιος πρόεδρος ΔΣΑ

«Σύγχυση φορολογικής νομοθεσίας με τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης»

Με το άρθρο 1 του ν. 3213/2003, όπως ισχύει σήμερα, προβλέπονται περιοριστικά στον νόμο οι υπόχρεοι σε δήλωση πόθεν έσχες αλλά και οι σύζυγοί τους καθώς και τα ανήλικα τέκνα τους. Οπως γνωρίζουμε, ο νόμος αυτός κατατείνει στον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των πολιτικών προσώπων, των κρατικών λειτουργών και όσων υπαλλήλων ο κύκλος των αρμοδιοτήτων τους σχετίζεται με τη διαχείριση δημόσιου χρήματος, των δικαστικών λειτουργών και των ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας και την ενδυνάμωση της δημοκρατίας. Προκειμένου μάλιστα ο έλεγχος αυτός να είναι πιο αξιόπιστος και αποτελεσματικός, ο νομοθέτης όρισε ότι πέρα από τα πρόσωπα που διακρίνονται με μία από τις παραπάνω ιδιότητες, υποχρεούνται σε δήλωση πόθεν έσχες και οι σύζυγοί τους, καθώς και τα ανήλικα τέκνα τους.

Δυστυχώς, σήμερα ελλοχεύει ο κίνδυνος κατάργησης της αξιόπιστης δήλωσης πόθεν έσχες και επαύξησης της παράνομης διαχείρισης δημόσιου χρήματος. Συγκεκριμένα, γίνεται ολοένα πιο έντονη προσπάθεια να ταυτιστεί η υποβολή σε δήλωση πόθεν έσχες με τη φορολογία εισοδήματος κάθε φυσικού και νομικού προσώπου, κυρίως σε ζευγάρια.

Η φορολογία είναι η επιβολή υποχρεωτικών φόρων υπέρ του κράτους. Τα κρατικά έσοδα μέσω των υποχρεωτικών φόρων των φυσικών προσώπων (πολιτών) και των νομικών προσώπων αποτελούν στη σύγχρονη οικονομία τη σημαντικότερη πηγή των δημόσιων εσόδων. Ο φορολογικός νομοθέτης αξιώνει την κοινή δήλωση συζύγων ώστε να διευκολύνεται αφενός ο θεσμός της οικογένειας με την υποβολή μίας φορολογικής δήλωσης και αφετέρου ο έλεγχος της φορολογικής αρχής επί των δηλωθέντων εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων.

Αντιθέτως, η υποβολή σε δήλωση πόθεν έσχες έχει αποκλειστικό στόχο όχι μόνο την αποτύπωση της τρέχουσας περιουσιακής κατάστασης του ελεγχόμενου, αλλά κυρίως τη διαπίστωση της πηγής προέλευσης των χρημάτων που διατίθενται για την απόκτηση των περιουσιακών στοιχείων. Ως γνωστόν, ένα ζευγάρι παντρεμένο υποβάλλει κοινή φορολογική δήλωση σχετικά με τα εισοδήματα του προηγούμενου έτους και τους φόρους που αναλογούν και στους δύο. Κι ενώ όσον αφορά την περίπτωση της διάστασης ενός ζευγαριού ο νόμος προβλέπει ότι μπορούν να υποβάλουν ξεχωριστή φορολογική δήλωση καταθέτοντας απλώς μία υπεύθυνη δήλωση στην οικονομική διεύθυνση (εφορία) στην οποία υπάγονται, η τυχόν εφαρμογή της ίδιας διαδικασίας και στην υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες ενός ζευγαριού που βρίσκεται σε εικονική πολύ συχνά διάσταση (χωρίς να έχουν καν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες διαζυγίου με την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης) ενδέχεται να γίνει το μέσο στην προσπάθεια απόκρυψης εισοδημάτων, οδηγώντας έτσι στην απουσία διαφάνειας από αυτή την τόσο σημαντική διαδικασία.

Η αναγωγή του ελέγχου της δήλωσης πόθεν έσχες για τους συζύγους και τα ανήλικα τέκνα των εκ του νόμου υπόχρεων υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ενδυνάμωσης της ελεγκτικής διαδικασίας. Οι συναλλαγές όπως και οι νέες μορφές οικονομικών δραστηριοτήτων (όπως η συμμετοχή σε εξωχώριες εταιρείες) αναπτύσσονται καθημερινά με αλματώδεις ρυθμούς, γεγονός το οποίο καθιστά απαραίτητη την αυστηροποίηση του ελέγχου της προέλευσης των χρημάτων για τις κατηγορίες που προβλέπονται αποκλειστικά στον νόμο, αλλά και τους συζύγους και τα ανήλικα τέκνα τους. Αντιθέτως πρέπει, σύμφωνα με τον νόμο, να ελέγχονται μέσω της υποχρεωτικής δήλωσης πόθεν έσχες και οι σύζυγοι των υπόχρεων, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάργηση της διαφάνειας στις οικονομικές συναλλαγές μιας ομάδας ατόμων που σχετίζονται με τη διαχείριση δημόσιου χρήματος. Με άλλα λόγια, δεν θα πρέπει να συγχέεται και να εφαρμόζεται αναλογικά η φορολογική νομοθεσία που ισχύει για κάθε πολίτη με τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης των από τον νόμο αποκλειστικά προβλεπόμενων υπόχρεων. Μια τέτοια σύγχυση θα άνοιγε την κερκόπορτα για την περαιτέρω κατασπατάληση δημόσιου χρήματος.

Ιπποκράτης Μυλωνάς

Δ.Ν., δικηγόρος

«Οδηγεί στην κατάφωρη παραβίαση του πόθεν έσχες»

Η Επιτροπή Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Βουλής δέχθηκε ότι υπάρχει νομοθετικό κενό και έκρινε ότι αυτό θα καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή εκείνων των φορολογικών διατάξεων που ορίζουν ότι οι εν διαστάσει σύζυγοι υποβάλλουν ξεχωριστή φορολογική δήλωση. Ομως αυτή η απόφαση της επιτροπής είναι ελλιπής και αναιτιολόγητη, αφού ουδόλως εξηγεί σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αναλογία, η οποία στην πραγματικότητα δεν υπάρχει.

Υποστηρίζω ότι η ανωτέρω άποψη της επιτροπής της Βουλής είναι εσφαλμένη για τους εξής λόγους:

Αναλογική εφαρμογή είναι δυνατή όταν έχουμε παρόμοιες περιπτώσεις και όταν υπηρετείται παρόμοιος νομοθετικός σκοπός. Τίποτε από τα δύο δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα: δεν υπάρχουν παρόμοιες περιπτώσεις, αφού η γενική ρύθμιση των φορολογικών διατάξεων αφορά τον τρόπο υποβολής φορολογικής δήλωσης από τους συζύγους, είτε είναι σε διάσταση είτε όχι, ενώ η ειδική ρύθμιση αφορά το διαφορετικό ζήτημα του ποιος είναι υπόχρεος για υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες.

Ο νομοθετικός σκοπός δεν υπηρετείται αλλά καταργείται, αφού η γενική ρύθμιση των φορολογικών διατάξεων ορίζει μεν έναν ειδικό τρόπο υποβολής φορολογικής δήλωσης των εν διαστάσει συζύγων, αλλά υπηρετεί τον βασικό σκοπό εξασφάλισης πλήρους ελέγχου όλων των φορολογικών υπόχρεων, οι οποίοι υποβάλλουν φορολογική δήλωση. Ωστόσο αν υιοθετηθεί η υποτιθέμενη «αναλογική» εφαρμογή, όχι μόνο δεν υπηρετείται ο σκοπός εξασφάλισης πλήρους ελέγχου όλων των υπόχρεων σε δήλωση πόθεν έσχες, αλλά, αντιθέτως, ανατρέπεται και καταργείται αυτός ο σκοπός, με τη δημιουργία εξαιρέσεων από τον έλεγχο οι οποίες δεν προβλέπονται στον νόμο.

Τονίζω ότι οι γενικές φορολογικές ρυθμίσεις ορίζουν τρόπο υποβολής δήλωσης υλοποιώντας τον σκοπό ελέγχου όλων των φορολογουμένων.

Για το διαφορετικό ζήτημα του προσδιορισμού των ατόμων που υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες δεν υπάρχει αναλογία. Αντιθέτως, η επίκληση «αναλογίας» οδηγεί ευθέως στην ανατροπή του νομοθετικού σκοπού εξασφάλισης πλήρους ελέγχου του πόθεν έσχες, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται κατάφωρα η ισχύουσα νομοθεσία για το πόθεν έσχες.

Ανδρέας Δημητρόπουλος

Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

«Παράθυρο για καταστρατήγηση του νόμου»

Η διάταξη αυτή του φορολογικού νόμου δεν πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία και στο πόθεν έσχες, διότι οι διατάξεις που αφορούν το πόθεν έσχες συνιστούν ειδικό καθεστώς και κυρίως διότι η εφαρμογή αυτή θα δημιουργούσε παράθυρο για την καταστρατήγηση του γράμματος και του πνεύματος της όλης περί πόθεν έσχες ρύθμισης. Ετσι θα παρέχεται σε οποιονδήποτε η ευκαιρία να αποφύγει τις ρυθμίσεις προκειμένου να ωφεληθεί.