Κινηματογράφος: Πάμε;

«Άφτερλωβ» (Afterlov – 2016) του Στέργιου Πάσχου (Ελλάδα)

Ενδιαφέρον ντεμπούτο του Πάσχου, καλό πρωταγωνιστικό ζεύγος, αλλά και οι γνωστές σεναριακές αδυναμίες, για το ανορθόδοξο φινάλε-ξεκαθάρισμα της ερωτικής σχέσης ενός πρώην ζευγαριού, που εκτυλίσσεται σε «δανεική» πολυτελή βίλα.

Γίνεται μια αγάπη, που’ χει κατεβάσει ρολά, να αυτοαναλυθεί πειστικά με το στανιό; Επίσης, γίνεται ταινία με μια «μικρή» ιδέα που θα ταίριαζε καλύτερα σε μικρομεσαία διάρκεια; Ο πρωταγωνιστής και ο σκηνοθέτης απαντούν εμφατικά «ναι» και στα δύο –αλλά δεν πείθουν εντελώς, φοβάμαι… Μολαταύτα η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Πάσχου αναδίδει ταλέντο, γνώση και μια φρέσκια ανατρεπτική ματιά που αναμιγνύει το παιγνιώδες με το νευρωτικό. Εν μέσω αθηναϊκού καύσωνα, ο Νίκος (Φραγκούλης, απολαυστικός), άνεργος μουσικός, αναλαμβάνει να κάνει house sitting στη βιλάρα φίλου (πρόκειται για την εμβληματική σπιταρώνα του μακαρίτη, Νίκου Νικολαΐδη). Κι αποφασίζει να καλέσει την Σοφία (Μπέζου, καλή), την τέως του, για να αράξουν λίγες μέρες στην πισίνα (μαζί με την Λέιλα, την συμπαθέστατη σκύλα του ιδιοκτήτη). Μόνο που πίσω από την χλιδάτη πρόταση υπάρχει πλάνο παλαβό. Διότι, μετά τις πρώτες ανέφελες στιγμές, ο Νίκος κλειδώνει την Σοφία στην υπέροχη βίλα μέχρι να του εξηγήσει τους λόγους που τον χώρισε. Μέσα από στακάτους διαλόγους, χιούμορ, συγκίνηση και τις χυμώδεις ερμηνείες των δυο ηθοποιών –που ο Πάσχος μας πρωτοσύστησε ως ζευγάρι στην μικρομηκάδικη «Ο Έλβις είναι νεκρός»– η ταινία διερευνά όλα εκείνα που ενώνουν και χωρίζουν δυο συναισθηματικά μπουρδουκλωμένους ανθρώπους, θέμα οικείο και διαχρονικό παρά το μεταμοντέρνο ένδυμα της αφήγησης.

Η ιδέα είναι μικρή, η απειρία του σκηνοθέτη αυτονόητα καμπόση, συνεπώς προκύπτουν σκηνές που τρενάρουν κι επαναλαμβάνονται σαμποτάροντας τον ρυθμό. Συνολικά, ωστόσο, το «Άφτερλωβ» αξίζει. Ιδιαίτερη μνεία για τη φωτογραφία (Χρήστος Καπάτος) και το μοντάζ (Στάμος Δημητρόπουλος) που αναπαράγουν, θαρρείς, την αντισυμβατικότητα του ζεύγους φιλμάροντας μέσα από παράθυρα, τζάμια και τοίχους δυο ανθρώπους που παλεύουν να προσεγγιστούν συναισθηματικά –ή σωματικά. Παρά τις αδυναμίες της, η βραβευμένη σε Θεσσαλονίκη και Λοκάρνο ταινία του Πάσχου είναι, όπως έγραψε και το Cineuropa, «μια κωμωδία εν συγχύσει που χάνει τον έλεγχο, αλλά το κάνει απολαυστικά».

Σκηνοθεσία
Στέργιος Πάσχος
Σενάριο
Στέργιος Πάσχος
Πρωταγωνιστούν
Χάρης Φραγκούλης, Ηρώ Μπέζου
Διάρκεια
94
Χώρα
Ελλάδα
Είδος
Δραμεντί
Πρεμιέρα
18 Μαΐου 2017

«Ο Τοίχος» (The Wall – 2017) του Νταγκ Λάιμαν (Η.Π.Α.)

Ένας πληγωμένος Αμερικανός στρατιώτης, ένας αθέατος ιρακινός σκοπευτής, κι ανάμεσά τους ένας μισογκρεμισμένος τοίχος στην ιρακινή έρημο αρκούν και περισσεύουν για να στήσει ο Λάιμαν ένα αριστοτεχνικό αντιπολεμικό σκάκι.

Λέγαμε, μιλώντας περί «Άφτελωβ», για «μικρή» σεναριακή ιδέα. Αμ, όταν ξέρεις να κάνεις σινεμά (όπως και… άλλα πράματα), το μέγεθος δεν μετράει κ α θ ό λ ο υ. Εδώ να δείτε τι μικρό και τεράστιο ταυτόχρονα είναι το ωμό πολεμικό (και βαθιά αντιπολεμικό) τετ-α-τετ που φιλμάρει δεξιοτεχνικά (και χωρίς μουσική) ο Λάιμαν, τρία χρόνια μετά το τελείως διαφορετικό «Στα όρια του αύριο». Βρισκόμαστε στο Ιράκ το 2007 (εξαιρετικό «ντουμπλάρισμα» του ιρακινού τοπίου από την καλιφορνέζικη Έρημο Μοχάβι) κι ο αμερικανοϊρακινός πόλεμος έχει επισήμως τελειώσει. Ανεπισήμως, ο λοχίας Σέιν Μάθιους (Σίνα) και ο στρατιώτης Άλαν «Άιζ» Άιζακ (Τέιλορ-Τζόνσον, αναπάντεχα θαυμάσιος) φτάνουν, μετά από επείγουσα κλήση για βοήθεια, σε σημείο της ιρακινής ερήμου, όπου βρίσκονται μόνο οκτώ (αμερικανικά) πτώματα, σκόνη, ένα όχημα, ένας πετρελαιαγωγός στο βάθος, κάτι χαλάσματα, κι ένας λόφος σκουπιδιών. Υπερεκτιμώντας την κατάσταση, ο λοχίας βγαίνει να επιθεωρήσει, τρώει μια σφαίρα και πέφτει άσχημα πληγωμένος. Ο πανικόβλητος Άιζ, που εξ αρχής έλεγε να λουφάξουν μπας και κάποιος ιρακινός σκοπευτής τους παραφυλάει, βγαίνει να βοηθήσει τον Μάθιους και χτυπιέται κι αυτός στο πόδι. Όλη η υπόλοιπη ταινία –με εξαίρεση το καταπληκτικά αναπάντεχο φινάλε μ’ ένα ελικόπτερο διάσωσης– εκτυλίσσεται πίσω από έναν μισογκρεμισμένο τοίχο από πλίνθους και κοτσετσόσυρμα, όπου οχυρώνεται ο σερνάμενος και αιμορραγών Άιζ. Και με κατεστραμμένο τον ασύρματο (μια βολική έξυπνη πινελιά του πρωτοεμφανιζόμενου σεναριογράφου), ο Αμερικάνος στρέφεται σε τοπική συχνότητα. Ε, και εκεί είναι το ζουμί της υπόθεσης.

Στην άλλη άκρη του πομποδέκτη κρύβεται ο δεύτερος πρωταγωνιστής της ταινίας: ένας Ιρακινός σκοπευτής (η φωνή του Νάκλι), ίσως ο Τζούμπα αυτοπροσώπως, ο θρυλικά διαβόητος «άγγελος του θανάτου», που όντως θέρισε τους Γιάνκηδες. Ό,τι διαμείβεται μεταξύ Άιζ και Τζούμπα (σημειώστε το παιχνίδι μεταξύ του «Άιζ», που ακούγεται όπως το «eyes», και του αθέατου εχθρού) αναδίδει ένταση, υπαρξιακούς προβληματισμούς, όλον τον παραλογισμό του πολέμου, αγωνία για την έκβαση της κατάστασης, και –το κερασάκι– χαοτική διαφορά μεταξύ του ακαλλιέργητου Αμερικανού, που καρκινοβατεί μεταξύ μιλιταριστικής πειθαρχίας, ενστίκτου επιβίωσης και σκέτου πανικού, και του κατασταλαγμένου, φαινομενικά ψύχραιμου, και προδήλως μορφωμένου (απαγγέλει «Το κοράκι» του Πόε, ξερωγώ) Ιρακινού. Μέσα σε δυο, λέει, βδομάδες, ο Λάιμαν γύρισε ένα θαυμάσιο τετ-α-τετ αγωνίας, ένα αντιπολεμικό πολεμικό φιλμ για αγνώστους που αλληλοεξοντώνονται, για Αμερικανούς που δεν έχουν το πάνω χέρι, για μια κατάσταση κλειστοφοβική, όπου το μόνο που θέλεις είναι να ξεφύγεις –όπως ο Τέιλορ-Τζόνσον.


Σκηνοθεσία
Νταγκ Λάιμαν
Σενάριο
Ντουέιν Ουόρελ
Πρωταγωνιστούν
Άαρον Τέιλορ Τζόνσον, Τζον Σίνα, Λαΐθ Νάκλι
Διάρκεια
81
Χώρα
Ηνωμένες Πολιτείες
Είδος
Ψυχολογικό θρίλερ
Πρεμιέρα
18 Μαΐου 2017

 

Τατιάνα Καποδίστρια