Θέατρο: Η Ιωάννα Παππά μιλά για το ταξίδι της στον κόσμο του Βιζυηνού (και όχι μόνο)

Αποτέλεσμα εικόνας για το «Μόνον της Ζωής του Ταξίδειον» του Γεώργιου Βιζυηνού.

Στο θέατρο έβρισκα πάντα μία πραγματικότητα που με ηρεμούσε. Αυτός είναι και ο λόγος που κάνω θέατρο από 14 χρονών.

Βραβευμένη με θεατρικά βραβεία, αγαπητή σε κοινό και κριτική, η Ιωάννα Παππά πορεύεται μία διαδρομή με σπάνια συνέπεια και αναλαμβάνει ρίσκα που δοκιμάζουν τα όρια του υποκριτικού της ταλέντου. Όπως στο «Μόνον της Ζωής του Ταξίδειον» του Γεώργιου Βιζυηνού. Ένα συναρπαστικό διήγημα του 19ου αιώνα στην καθαρεύουσα που παίζεται σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώτη στο Θέατρο Tempus Verum – Εν Αθήναις. Πρόκειται για έναν μονόλογο γεμάτο εικόνες, αγαθότητα, ανατροπές, χιούμορ και μεγάλη συγκίνηση. Ένα ταξίδι / πρόκληση για την Ιωάννα Παππά, αλλά και για τους θεατές που καλούνται να ανοίξουν την καρδιά τους και να υποδεχτούν έναν ολόκληρο κόσμο διαχρονικών συναισθημάτων.

Πώς ένα συναρπαστικό διήγημα του 19ου αιώνα μετατρέπεται σε σημερινή θεατρική πράξη;
Είναι μία δύσκολη διαδικασία που πολλές φορές δεν πετυχαίνει. Πρέπει να είναι άρτιο το κείμενο και να έχει κάποια θεατρικότητα τόσο στις εικόνες που περιγράφει όσο και στα διαλογικά μέρη. Το «ταξίδειον» του Βιζυηνού έχει τη μορφή παραμυθιού, κάτι που αποτελεί την τέλεια συνθήκη για να μπει ο θεατής πολύ γρήγορα στην ιστορία και να ταυτιστεί με τον αφηγητή, δηλαδή με τον ίδιο τον Βιζυηνό. Αυτό που μου λένε οι θεατές μετά τις πρώτες παραστάσεις, είναι ότι τους κέρδισε το έργο, επειδή άφησε τη φαντασία τους να δημιουργήσει εικόνες. Ταξίδεψαν στην εποχή της τουρκοκρατίας, των γενίτσαρων, της εκμετάλλευσης των νέων εργαζομένων, της ελπίδας, των ονείρων, έζησαν τις διαψεύσεις των προσδοκιών και τη συμφιλίωση με την αλήθεια.

Είναι ένα αυτοβιογραφικό διήγημα, γεγονός που το κάνει ακόμα πιο αληθινό…
Μα βέβαια. Ο Βιζυηνός περιγράφει το πώς τον έστειλε ο πατέρας του σε ηλικία 10 χρονών να γίνει μαθητευόμενος ράφτης στην Κωνσταντινούπολη, τη σκληρότητα που αντιμετώπισε εκεί και την παρηγοριά που βρήκε στις διηγήσεις του παππού του για βασιλοπούλες που ερωτεύονται νέους ραφτάδες και τους κάνουν βασιλιάδες. Ο θεατής παρακολουθεί την προσπάθεια του νέου να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με αυτές τις διηγήσεις ενός ανθρώπου, του παππού του, που στα μάτια του φάνταζε παντογνώστης και κοσμογυρισμένος. Όταν επιστρέφει όμως στο σπίτι του, λίγο πριν πεθάνει ο παππούς, θα ανακαλύψει ότι όλες οι διηγήσεις του παππού ήταν αναπαραγωγή άλλων διηγήσεων και ότι ο «πολυταξιδεμένος» πρόγονός του στην πραγματικότητα δεν είχε φύγει ποτέ από τον τόπο που γεννήθηκε.

Αυτά τα πραγματικά ή φανταστικά ταξίδια, πώς αποδίδονται στη σκηνή;

Η παράσταση είναι λιτή και «καθαρή» για να δώσει χώρο στο λόγο του συγγραφέα να ακουστεί. Εγώ αφηγούμαι ως Γεώργιος Βιζυηνός την ιστορία και ζωντανεύω τους άλλους χαρακτήρες στα διαλογικά μέρη, χωρίς όμως επιτήδευση. Δε γίνομαι δηλαδή ο παππούς ή η γιαγιά του Βιζυηνού. Απλώς αλλάζω τον τόνο της φωνής μου για να παραμένει ζωντανή η αφήγηση της ιστορίας. Επί σκηνής είναι και ο Αλέξανδρος Αβδελιώτης που παίζει πιάνο. Η μουσική δεν συνοδεύει απλά την παράσταση, αλλά είναι οργανικό μέρος της.

Το διήγημα αποτελείται από 33 σελίδες στην απόλυτη καθαρεύουσα. Πώς κατάφερες να το μάθεις;
Να σου πω την αλήθεια, δυσκολεύτηκα λιγότερο από όσο στην «Οδό Πολυδούρη». Εκεί έπρεπε να μάθω μόνο μία σελίδα στην καθαρεύουσα αλλά ήταν ένα κείμενο στρυφνά γραφειοκρατικό. Το έργο του Βιζυηνού είναι μία ιστορία που ρέει. Έμαθα το κείμενο παράλληλα με τον τρόπο που θα το απέδιδα σε μία διαδικασία προβών που κράτησε περίπου δύο μήνες. Έπρεπε να κατακτήσω το κείμενο, ώστε να το παραστήσω με έναν τρόπο βιωματικό.

Σε δυσκόλεψε το γεγονός ότι είναι άντρας ο αφηγητής;
Αντίθετα, αντιμετωπίζω πάντα ως ωραία πρόκληση να μπαίνω κατά κάποιον τρόπο στο μυαλό ενός διαφορετικού ανθρώπου, ακόμα και του άλλου φύλλου. Ειδικά ο Βιζυηνός θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει έναν πολύ θηλυκό τρόπο σκέψης, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει διαχωρισμός στον τρόπο που σκέφτονται οι άντρες και οι γυναίκες. Πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος είναι πολύπλευρος, έχει δηλαδή στοιχεία και από τα δύο φύλα και ιδιαίτερα ένας καλλιτέχνης δεν περιορίζεται από τέτοιους διαχωρισμούς. Όταν αναλαμβάνω να παίξω ένα ρόλο, ξεχνάω ότι είμαι η Ιωάννα, ξεχνάω ότι είμαι γυναίκα, ξεχνάω ό,τι έχω κάνει στη ζωή μου και προσπαθώ να κατανοήσω τι είναι αυτός ο άνθρωπος με τον οποίο έχω να διαπραγματευτώ.

Να ξαναγυρίσουμε όμως, παρακαλώ, στο κείμενο, το οποίο εκτός από μεγάλες ανατροπές, διαθέτει καταπληκτικό χιούμορ.
Απίστευτο χιούμορ! Και ευτυχώς έχουμε καταφέρει να το αναδείξουμε στην παράσταση και βρίσκει μεγάλη ανταπόκριση στο κοινό. Εισπράττουμε γέλιο και, ξέρεις, είναι πολύ σημαντικό σ’ ένα έργο που διηγείται μία «βαριά» ιστορία, να μπορείς να πηγαίνεις από το σκοτάδι στο φως και μετά πάλι στο σκοτάδι και μετά πάλι στο φως… Ο Βιζυηνός κάνει ένα θαυμάσιο παιχνίδι, αποφορτίζοντας πολύ σκληρές καταστάσεις με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό του.

Εγώ, που είμαι πεσιμιστής, καταλαβαίνω ότι στο «Το Μόνον της Ζωής του Ταξίδειον» ο Βιζυηνός μιλά για το θάνατο.
Κι εγώ το πιστεύω, χωρίς να δηλώνω πεσιμίστρια. Έχω, είναι αλήθεια, μία τάση να βλέπω έντονα το αδιέξοδο της ζωής, αλλά δεν με τρομάζει πάντα. Κάποιες φορές μάλιστα μου δίνει δύναμη. Το μόνο ταξίδι όλων μας, είναι το ταξίδι της ζωής που καταλήγει στον θάνατο.

Και οι φαντασιώσεις, οι αυταπάτες, η πλαστή πραγματικότητα, τι ρόλο παίζουν στις ζωές μας;
Εγώ δεν αντέχω να ζω μόνο αυτό που λένε «πραγματικό συμβάν». Αν και υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα μου δίνει μεγάλες χαρές, έχω μία έντονη τάση φυγής από αυτήν και τότε χρησιμοποιώ τη φαντασία μου. Αυτός είναι και ο λόγος που κάνω θέατρο από 14 χρονών. Στο θέατρο έβρισκα πάντα μία πραγματικότητα που με ηρεμούσε. Ξέφευγα από τις κοινωνικές συμβάσεις, τα κοινωνικά «πρέπει» και τις κατηγοριοποιήσεις, που ακόμα με κάνουν να ανατριχιάζω. Αυτό που έχουμε χτίσει ως κοινωνία ανθρώπων δεν αφήνει χώρο να αναπνεύσουμε ως μονάδες. Υποτίθεται ότι έτσι εξυπηρετείται ο άνθρωπος αλλά ποιος άνθρωπος;

Πιστεύεις ότι χτίζεται κάτι ερήμην μας;
Δεν χτίζεται ερήμην μας, πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχουν εξουσία, οικονομική ή πολιτική, αδιαφορούν για την κοινωνία. Και όταν μάλιστα τυχαίνει σε θέσεις μεγάλης εξουσίας να βρίσκονται επικίνδυνοι άνθρωποι, τότε κάτι άσχημο γεννιέται. Ίσως να ζούμε σε μία τέτοια ιστορική εποχή. Τα σύννεφα πάντως έχουν μαζευτεί από πάνω μας.

Σε προσωπικό επίπεδο, θα πρέπει να είσαι μία ικανοποιημένη καλλιτέχνις. Όλοι αναγνωρίζουν το ταλέντο σου, έχεις βραβευτεί…
Σίγουρα ένα κομμάτι μου έχει επιβεβαιωθεί. Όταν έχεις αποδοχή από το κοινό και βραβεύεσαι και αναγνωρίζεται η δουλειά σου στο χώρο, υπάρχει ικανοποίηση ότι άξιζε αυτό για το οποίο προσπάθησες. Από εκεί και πέρα, η αναζήτηση, η αμφιβολία, η αγωνία και οι βασανιστικές σκέψεις δε σταματούν. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι μία εφησυχασμένη ηθοποιός που λέει «εντάξει, έχω κατακτήσει κάτι». Χτες είχε έρθει στην παράσταση μία αρχιτέκτονας και μου είπε «στην τέχνη δεν υπάρχει ταβάνι». Πραγματικά, είναι ανοιχτός ο ορίζοντας. Δεν υπάρχει όριο. Η τέχνη είναι σαν τη ζωή: απρόβλεπτη και δύσκολη και εύκολη, και με εκπλήξεις…

Σε αγχώνει η σκέψη ότι την επόμενη σεζόν θα πρέπει να κάνεις κάτι ανάλογα καλό;
Δεν μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία. Με αγχώνει μόνο να κάνω κάτι όσο το δυνατόν καλύτερα μπορώ. Είναι μία εσωτερική ανάγκη να δίνω τέτοιες μάχες. Μερικές φορές ρισκάρω και κάνω πράγματα που δεν είναι στο «ασφαλές πεδίο» μου, ακριβώς γιατί θέλω να μπαίνω στην πρόκληση να δοκιμάζω καινούργια πράγματα, να βρίσκω αν έχω καινούργια όρια ή αν έχω εξαντλήσει τα παλιά… Είναι η ανάγκη να διατηρήσω ζωντανή τη σχέση μου με την υποκριτική και όχι να αποδείξω κάτι. Ειδικότερα στο «Ταξίδειον», με προκάλεσε η γλώσσα, ένα πεδίο άγνωστο που με έκανε να παλέψω για να το κατακτήσω.

Τι έχει να πει το έργο του Βιζυηνού στον σύγχρονο θεατή;
Αυτές οι ιστορίες έχουν το χάρισμα να μην περιορίζονται στην εποχή τους. Μιλά για πράγματα που αφορούν στην ψυχή του ανθρώπου. Και μιλά με μία φοβερή αγαθότητα. Το έργο στήνεται πάνω στην μεγάλη ευαισθησία και στα γενναιόδωρα συναισθήματα. Είναι στοιχεία που δεν συναντάς εύκολα στους ανθρώπους, στους μεγάλους ανθρώπους. Μόνο τα παιδιά έχουν αυτή την αθωότητα. Μετά την εφηβεία τα πράγματα περιπλέκονται, χάνεται η αθωότητα και μετά μπαίνουμε στη διαδικασία να την αναζητήσουμε, να την κατακτήσουμε με άλλον τρόπο πια, συνειδητά.

Τι είναι ταλέντο;
Μια φυσική τάση του ανθρώπου στο να κάνει κάτι πολύ καλά. Και το μεγάλο ταλέντο είναι να κάνεις κάτι εξαιρετικά καλά. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να καταφέρεις πράγματα αλλά προϋπόθεση είναι να υπάρχει αυτή η τάση.

Εσύ πως κατάλαβες ότι είχες την τάση;
Κυνήγησα να μπω στην υποκριτική χωρίς να υπάρχει κάποιος δρόμος που να με περιμένει ή ένα πρόσωπο που να με προσκαλεί να τον ακολουθήσω. Επέλεξα να πάω σε πολυκλαδικό Λύκειο γιατί είχε έξτρα μαθήματα θεάτρου. Δεν ήξερα βέβαια σε αυτή την ηλικία εάν είχα ταλέντο ή όχι, αλλά ήταν αυτό που ήθελα να κάνω. Όλη μέρα είχα πρόβα. Η πρώτη φορά που πήγα για καφέ ήταν στο πρώτο έτος της Σχολής, στα 19 μου χρόνια. Μέχρι τότε ζούσα αποκλειστικά για το θέατρο. Συσχετιζόμουν μόνο με τους ανθρώπους της ερασιτεχνικής ομάδας και μιλούσαμε μόνο για θέατρο.

Η προσωπική σου ζωή συνεχίζει να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το θέατρο;
Τα πρώτα τέσσερα, πέντε χρόνια εργάστηκα ασταμάτητα – δεν είχα χρόνο ούτε να κοιμηθώ. Μετά που κατέρρευσε η τηλεόραση λόγω οικονομικής κρίσης και δεν είχαμε πια εξωτερικές «σειρήνες» να μας προκαλούν (αυτό ήταν από τα θετικά της κρίσης), μπόρεσα να εστιάσω μόνο στο θέατρο και να διεκδικήσω έναν προσωπικό χώρο εκτός θεάτρου. Δεν ανήκω στους ηθοποιούς που όλη η ζωή τους είναι η υποκριτική. Έχω ανάγκη να βγω έξω, να μιλήσω με ανθρώπους από όλες τις γενιές, να τους καταλάβω και να με καταλάβουν. Δεν με περιορίζει το γεγονός ότι γεννήθηκα το ’77, μεγάλωσα και ορίστηκα από κάποιες μουσικές… Διατηρώ ανοιχτό μυαλό και τη «φυσιολογικότητα» να θέλω να διασκεδάσω, να ταξιδέψω, να κάνω όλα τα πράγματα που θέλουν όλοι οι άνθρωποι.

Ζεις στα Εξάρχεια, ζεις ανάμεσα στον κόσμο, μιλάς με πολύ κόσμο, θέλω να μου πεις την αίσθησή σου για την κρίση που ζούμε τα τελευταία – πολλά πια – χρόνια.
Αυτό που αντιλαμβάνομαι εγώ είναι ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα ουσιαστικά. Μπήκαμε σε μία αδιέξοδη κατάσταση και βρισκόμαστε ακόμα σε αυτήν. Κάποια στιγμή ελπίσαμε ότι θα συμβεί κάτι διαφορετικό. Δεν ξέρω τι αντίκτυπο θα είχε αν μπαίναμε στη διαδικασία να ακολουθήσουμε άλλον δρόμο. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι δεν έχει αλλάξει κάτι. Και πλέον όλοι βλέπουμε ότι είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει. Η αίσθηση που έχει ο περισσότερος κόσμος είναι ότι όποιος και να ακολουθήσει, στην ίδια γραμμή θα πάει.

Ίσως γι αυτό να μη βλέπουμε τις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις που υπήρχαν πριν από λίγα χρόνια;
Τότε υπήρχε κόσμος που συνειδητά αντιδρούσε και εκδήλωνε τη μαχητικότητά του. Τώρα πιστεύω ότι ο κόσμος έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει κάποιος που θα πάρει αυτή την αντίδραση και θα την κάνει κάτι. Νομίζω ότι περνάμε μία περίοδο κατάθλιψης που μας έχει κάνει υποτονικούς, μαλθακούς, αν όχι απελπισμένους. Ο καθένας τώρα παλεύει με τον τρόπο του μόνο στον μικρό κοινωνικό του χώρο, στη δουλειά του, στο πως κινείται και συμπεριφέρεται. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αν δεν γίνει κάτι συνταρακτικό, όπως στη Βενεζουέλα που πεθαίνουν άνθρωποι για να αλλάξει το απολυταρχικό καθεστώς, είναι δύσκολο να υπάρξει ένας γενικός ξεσηκωμός. Τώρα είμαστε απλά μονάδες που δίνουμε προσωπικούς αγώνες. Οπωσδήποτε θα πρέπει να είμαστε προσεκτικότεροι στο πώς ψηφίζουμε και να μην λειτουργούμε ως λαός όπως κάναμε στο παρελθόν. Να μην δεχόμαστε εύκολα και χωρίς βάσανο αυτά που λένε τα πολιτικά πρόσωπα.

Να κλείσουμε την κουβέντα με ταξίδι. Ποιο είναι το μόνον της ζωής σου ταξίδειον, φαντασιακό ή μη, που θα θελες να κάνεις;
Θα με ενθουσίαζε να είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω εκτός Γης, να πάω στο άγνωστο, στο πιο μακρινό σύμπαν. Όταν ήμουν παιδί, ήθελα να γίνω αστροναύτης. Το πιθανότερο είναι να μην καταφέρω ποτέ να κάνω αυτό το ταξίδι (γελά). Ευτυχώς φανταστικά ταξίδια μπορώ να κάνω καθημερινά και νομίζω ότι θα τα κάνω μέχρι να πεθάνω…

www.tospirto.net