ΗΠΑ: Πρόσθετοι δασμοί σε κινεζικά προϊόντα – Ιταλία: Ψηφίστηκε νέος νόμος για εργασιακά

Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε να επιβάλλει από την 23η Αυγούστου τελωνειακούς δασμούς 25% σε κινεζικά εισαγόμενα προϊόντα συνολικής αξίας 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σε αντίποινα για τις «δόλιες εμπορικές πρακτικές» που προσάπτει στην Κίνα, γνωστοποίησε την Τρίτη ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ για το εμπόριο (USTR).

Η Ουάσιγκτον επιβάλλει ήδη, από την 6η Ιουλίου, πρόσθετους τελωνειακούς δασμούς 25% σε εισαγόμενα κινεζικά αγαθά αξίας 34 δισεκ. δολαρίων. Πλέον θα στοχοθετηθούν πολλά ακόμη αγαθά κινεζικής προέλευσης, αξίας άλλων 16 δισεκ. δολαρίων. Συνολικά, στοχοθετούνται 279 προϊόντα που παράγονται στην Κίνα, διευκρίνισαν οι υπηρεσίες του USTR (σ.σ. και όχι του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, όπως μεταδόθηκε νωρίτερα από το Γαλλικό Πρακτορείο) σε ανακοίνωση που δημοσιοποίησαν.

Στην ανακοίνωση, ως «δόλιες» κινεζικές εμπορικές πρακτικές περιγράφονται «οι εξαναγκαστικές μεταφορές τεχνολογιών και πνευματικής ιδιοκτησίας» από τις ΗΠΑ στην Κίνα.

Ο κατάλογος των αγαθών που στοχοθετούνται θα δημοσιευθεί σύντομα στην εφημερίδα της κυβέρνησης, κατά το δελτίο Τύπου του USTR.

Η ανακοίνωση δεν αποτέλεσε έκπληξη. Από τον Ιούνιο, ο Λευκός Οίκος είχε απειλήσει να λάβει αυτά τα τιμωρητικά μέτρα εναντίον της Κίνας, εν μέσω του ανοικτού πλέον εμπορικού πολέμου ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο. Η αμερικανική κυβέρνηση αξιώνει να μειωθεί το αβυσσαλέο έλλειμμα της χώρας στο ισοζύγιο των τρεχουσών εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα.

Η σύγκρουση ξέσπασε στα τέλη του Μαρτίου, όταν η Ουάσιγκτον επέβαλε πρόσθετους τελωνειακούς δασμούς 25% στον κινεζικό χάλυβα και 10% στο κινεζικό αλουμίνιο. Κατόπιν, την 6η Ιουνίου, επιβλήθηκε μια πρώτη δόση πρόσθετων δασμών σε εισαγόμενα κινεζικά αγαθά αξίας 34 δισεκ. δολαρίων.

Το Πεκίνο ανταπέδωσε επιβάλλοντας πρόσθετους δασμούς σε αγαθά ίσης αξίας αμερικανικής προέλευσης.

Την 1η Αυγούστου, η Ουάσιγκτον επιβεβαίωσε ότι ετοιμάζεται να κλιμακώσει κι άλλο τη σύγκρουση, με τον USTR Ρόμπερτ Λαϊτχάιζερ να αναγγέλλει ότι οι ΗΠΑ ετοιμάζονται να επιβάλλουν πρόσθετους δασμούς, που θα κυμαίνονται «από 10% ως 25%», σε εισαγόμενα κινεζικά αγαθά «αξίας 200 δισεκ. δολαρίων».

Ανάμεσα στα προϊόντα τα οποία στοχοθετούνται είναι ιδίως ημιαγωγοί, αν και τα βασικά τσιπ προέρχονται από τις ίδιες τις ΗΠΑ, την Ταϊβάν και τη Νότια Κορέα. Οι δασμοί θα επιβληθούν επίσης σε ένα ευρύ φάσμα κινεζικών ηλεκτρονικών ειδών, πλαστικών, χημικών και εξοπλισμού για τις σιδηροδρομικές μεταφορές.

Η Ένωση Βιομηχανιών Ημιαγωγών των ΗΠΑ εξέφρασε απογοήτευση για την απόφαση του USTR να παραμείνουν τα προϊόντα του συγκεκριμένου κλάδου στον κατάλογο, τονίζοντας σε ανακοίνωσή της ότι «υποστηρίξαμε ενώπιον της κυβέρνησης, με τους πιο σθεναρούς όρους, ότι οι δασμοί που θα επιβληθούν στους ημιαγωγούς που εισάγονται από την Κίνα θα πλήξουν τις αμερικανικές κατασκευάστριες, όχι τις κινεζικές, και δεν θα κάνουν τίποτε για να σταματήσουν τις προβληματικές εμπορικές πρακτικές της Κίνας».

 

«Είναι ένας νόμος που βάζει στο επίκεντρο τον πολίτη, τους επιχειρηματίες και τους εργαζόμενους χωρίς μόνιμη δουλειά», δήλωσε ο υπουργός εργασίας Λουίτζι Ντι Μάιο.

Μεταξύ των άλλων, η νέα δέσμη μέτρων προβλέπει την απαγόρευση διαφήμισης των τυχερών παιγνίων, με μόνη εξαίρεση το Εθνικό Λαχείο της Ιταλίας, και την παράταση τη ισχύος -και για το 2019- των φορολογικών ελαφρύνσεων για τους επιχειρηματίες που προσλαμβάνουν, με μόνιμο συμβόλαιο, εργαζόμενους μέχρι τριάντα πέντε ετών.

Σε ότι αφορά την χρήση των λεγόμενων «κουπονιών», θα μπορούν να καλύπτουν το πολύ μια περίοδο δέκα ημερών, για απασχόληση εργαζομένων στον τουριστικό και γεωργικό τομέα. Από τον νέο νόμο, τελικά, αφαιρέθηκε η αρχική αύξηση των ενσήμων που υποχρεούνται να καταβάλουν οι οικογένειες που απασχολούν οικιακές βοηθούς για τη φροντίδα ηλικιωμένων. Οι δε ιδιοκτήτες πρατηρίων βενζίνης, από την πρώτη Ιανουαρίου του 2019 θα είναι υποχρεωμένοι να εκδίδουν ηλεκτρονική απόδειξη για κάθε συναλλαγή με πελάτη, σύμφωνα με το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Η ιταλική αριστερά, όμως, εξέφρασε την απογοήτευσή της, διότι στην δέσμη μέτρων δεν περιέχεται η κατάργηση του νόμου της κυβέρνησης του Ματτέο Ρέντσι, με τον οποίο διευκολύνθηκαν οι απολύσεις εργαζομένων, και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει βάσιμη αιτία.