Ανησυχία από την πρόθεση Τραμπ να αποδεχθεί την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ – Μπορεί ο Φλιν να ρίξει τον Τραμπ;

Αποτέλεσμα εικόνας για Ντόναλντ Τραμπ

Η πιθανότητα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως την πρωτεύουσα του Ισραήλ συναντά αντιστάσεις όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και από πολλούς αμερικανούς αξιωματούχους και διπλωμάτες, που φοβούνται ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε στο ξέσπασμα βίας.

Αυτή η απόφαση, που σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου Χόγκαν Γκίντλι αναβλήθηκε, θα αναιρούσε την πολιτική των ΗΠΑ για δεκαετίες, η οποία προέβλεπε ότι δεν θα πάρουν θέση για το τελικό καθεστώς της ιερής πόλης πριν οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι διαπραγματευθούν και αποφασίσουν από κοινού.

Αν ο Τραμπ προχωρήσει στην κίνηση αυτή, μπορεί να πυροδοτήσει διαδηλώσεις και βία από πλευράς Παλαιστινίων και μουσουλμάνων σε διεθνές επίπεδο. Στην περιοχή που οι εβραίοι αποκαλούν Όρος του Ναού και οι μουσουλμάνοι Χαράμ ας Σαρίφ βρίσκεται το τέμενος αλ Άκσα, που θεωρείται ο τρίτος πιο ιερός τόπος του ισλάμ, κι ένας αρχαίος εβραϊκός ναός που θεωρείται ο πιο ιερός τόπος του ιουδαϊσμού.

Το Ισραήλ κατέλαβε την ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται η περιοχή, στον πόλεμο των Έξι Ημερών, το 1967. Όμως τα μουσουλμανικά τεμένη εκεί διαχειρίζεται
ένας μουσουλμανικός θρησκευτικός οργανισμός.

Ένας ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος είπε στο πρακτορείο ειδήσεων Ρόιτερς την περασμένη εβδομάδα ότι ο Τραμπ θα κάνει την ανακοίνωση πως πλέον η Ουάσινγκτον θεωρεί την Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του Ισραήλ την Τετάρτη. Όμως ο γαμπρός και σύμβουλος του Τραμπ, ο Τζάρεντ Κούσνερ, άφησε να εννοηθεί την Κυριακή ότι δεν έχει ακόμα λάβει οριστική απόφαση. Στον Κούσνερ έχει ανατεθεί να επανακκινήσει την ειρηνευτική διαδικασία μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστίνιων, η οποία βρίσκεται σε τέλμα εδώ και χρόνια, χωρίς μέχρι τώρα να έχει υπάρξει κάποια πρόοδος.

Ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Γκίντλι τόνισε τη Δευτέρα σε δημοσιογράφους ότι «το ζήτημα δεν είναι το αν» η αμερικανική πρεσβεία θα μεταφερθεί από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, αλλά «το πότε». «Θα ανακοινώσουμε μια απόφαση μέσα στις επόμενες ημέρες», συμπλήρωσε.

Ο Τραμπ είχε εξαγγείλει ότι η πρεσβεία θα μεταφερόταν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας το 2016.

Σύμφωνα με πολλούς αμερικανούς αξιωματούχους, ο Τραμπ θα υπογράψει ξανά τη ρήτρα αναστολής της ισχύος του νόμου του 1995 που προέβλεπε τη μετεγκατάσταση της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, αλλά θα συνοδεύσει αυτή του την κίνηση με την εντολή προς τους συμβούλους του να αρχίσουν σχεδιασμούς για τη μεταφορά της, χωρίς να κάνει ακόμα σαφές πότε θα ορίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Ωστόσο δύο αξιωματούχοι είπαν υπό τον όρο να μην κατονομαστούν ότι το σχέδιο να αναγνωριστεί η Ιερουσαλήμ ως η πρωτεύουσα του Ισραήλ συναντά σθεναρή αντίσταση στην αρμόδια διεύθυνση Υποθέσεων Εγγύς Αναστολής (Near Eastern Affairs bureau, NEA) του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Στελέχη της NEA και αμερικανοί πρεσβευτές που υπηρετούν στην περιοχή «εκφράζουν βαθιές ανησυχίες για αυτό», σημείωσε ο ένας αξιωματούχος, ο οποίος διευκρίνισε πως οι περισσότερες από τις ανησυχίες που εκφράστηκαν αφορούν την «ασφάλεια».
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρέπεμψε τις ερωτήσεις για το θέμα στον Λευκό Οίκο. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει τις ανησυχίες των αμερικανών διπλωματών.

Ένας άλλος αμερικανός αξιωματούχος επισήμανε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών συγκλίνουν στο ότι η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως της ισραηλινής πρωτεύουσας από την Ουάσινγκτον υπάρχει κίνδυνος να πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις εναντίον του Ισραήλ και ενδεχομένως συμφερόντων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Σε διεθνές επίπεδο, ο πρεσβευτής της Σαουδικής Αραβίας στις ΗΠΑ Χαλίντ μπιν Σαλμάν εξέδωσε μια ανακοίνωση προειδοποιώντας εναντίον αυτής της κίνησης, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εmμανουέλ Μακρόν τόνισε προσωπικά στον Ντόναλντ Τραμπ κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής τους συνδιάλεξης την «ανησυχία του», ο υπουργός Εξωτερικών της Ιορδανίας Αϊμάν Σαφάντι προειδοποίησε εναντίον μιας τέτοιας απόφασης τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Ρεξ Τίλερσον, ενώ ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ) στην αμερικανική πρωτεύουσα, ο Χουσάμ Ζομλότ, έκρινε πως αυτό θα έδινε το «φιλί του θανάτου» στη λύση δύο κρατών στο Μεσανατολικό και θα είχε «καταστροφικές συνέπειες». Περί «καταστροφής» έκανε λόγο τη Δευτέρα και η τουρκική κυβέρνηση.

Αυτές οι προειδοποιήσεις προστέθηκαν σε μια μακρά σειρά άλλων, ιδίως αυτή του προέδρου της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς, για τον οποίο μια τέτοια κίνηση «θα κατέστρεφε την ειρηνευτική διαδικασία». Η Χαμάς εξήγγειλε μια «νέα Ιντιφάντα» σε περίπτωση που οι ΗΠΑ αποφασίσουν μονομερώς να ανακηρύξουν την Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του Ισραήλ.

Για τον δεξιό εθνικιστή υπουργό Άμυνας του Ισραήλ Αβίγκντορ Λίμπερμαν, ο Τραμπ έχει «μια ιστορική ευκαιρία να αποκαταστήσει μια αδικία».
Αλλά για τον Ντάνιελ Μπέντζαμιν, έναν αμερικανό πρώην αξιωματούχο με αρμοδιότητα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, ο οποίος σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ντάρτμουθ, ο Ντόναλντ Τραμπ «παίζει με τη φωτιά».

 

Ήταν κοινό μυστικό εδώ και λίγο καιρό – από τον προηγούμενο μήνα – ότι οι δικηγόροι του Φλιν έχουν σταματήσει να επικοινωνούν πλέον με τη νομική ομάδα του Τραμπ. Ο Φλιν είχε ήδη πάρει την απόφαση να συνεργαστεί με τις αρχές στην ειδική έρευνα για την ανάμειξη της Ρωσίας στις αμερικανικές εκλογές. Και τώρα το κάνει.

Ο Φλιν το επιβεβαίωσε και υποστηρίζει ότι ο ίδιος είναι θύμα μιας εκστρατείας «ψευδών κατηγοριών» για «προδοσία και άλλες εξωφρενικές πράξεις». Η δήλωση αυτή  ήρθε σαν επιβεβαίωση ότι έχει συνάψει μια «συμφωνία συνεργασίας με το Γραφείο του Ειδικού Ανακριτή».

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο δυσοίωνο για τον Ντόναλντ Τραμπ. Πολλοί πιστεύουν ότι ο Φλιν είναι σε θέση να παρέχει στοιχεία που θα μπορούσαν να ρίξουν τον Αμερικανό Πρόεδρο. Υπενθυμίζεται ότι όταν ο Φλιν ξεκίνησε την προσπάθεια για την εξασφάλιση ασυλίας τον περασμένο Μάρτιο, ο δικηγόρος του είχε δηλώσει ότι ο πελάτης του «έχει σίγουρα μια ιστορία να πει». Τώρα αναμένεται να πει αυτή την ιστορία στον Ειδικό Ανακριτή.

Κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί να πει ο Φλιν αλλά πολλοί εκτιμούν ότι είναι εύκολο να το μαντέψει κι ότι «η ιστορία του θα είναι ιδιαίτερα ζουμερή» και μάλλον πολύ επιζήμια για τον Αμερικανό Πρόεδρο.

Γιατί ο Φλιν να πει ψέματα στο FBI αν οι συνομιλίες του με τον Ρώσο Πρέσβη ήταν απολύτως αθώες; Γιατί να πει ψέματα αν το μόνο που έκανε ήταν να δημιουργήσει διαύλους επικοινωνίας με τη Ρωσία και άλλες χώρες; Με δεδομένο το εύρος των κατηγοριών κατά του Φλιν, γιατί ο ειδικός ανακριτής τον χρέωσε με μια τόσο ελαφριά κατηγορία, αν εκείνος δεν είχε να προσφέρει κάτι μεγάλο σε αντάλλαγμα;

Και τι θα μπορούσε να είναι αυτό το «κάτι μεγάλο», εκτός από το να δώσει στον Μιούλερ τα κεφάλια των Ντόναλντ Τραμπ, Μάικ Πενς και Τζάρεντ Κούσνερ στο πιάτο; Όπως τονίζει, η Huffington Post, οι εισαγγελείς δεν αφήνουν αυτούς που έχουν διαπράξει εγκληματικές ενέργειες να φύγουν με ελαφριές ποινές παρά μόνο αν η συμφωνία ανταλλαγής αφορά άτομα πολύ ψηλά στην αλυσίδα της διοίκησης.

Ο Φλιν ήταν Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Τραμπ και στον στενό του κύκλο. Δεν υπήρχε κανένας ανώτερος στην διοικητική αλυσίδα, εκτός από τον Τραμπ, τον Κούσνερ και τον Πενς. Αν αυτά που έχει να πει δεν αγγίζουν κάποιον από αυτούς, ο Φλιν δεν έχει πολλά να προσφέρει στον ειδικό ανακριτή.

Επίσης ο Τραμπ υποστήριξε επανειλημμένα δημοσίως τον Φλιν, γι’ αυτό και κάποιοι εκτιμούν ότι πίσω από αυτό μπορεί να κρύβεται ένα εγωιστικό, προσωπικό κίνητρο. Και κατ’ αυτούς, η μόνη εύλογη εξήγηση είναι ότι ο Τραμπ γνωρίζει πολύ καλά πως ο Φλιν έχει ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του. Φυσικά θεωρείται δεδομένο ότι αν ο Φλιν αρχίσει να παραδίδει τα στοιχεία αυτά στον ειδικό ανακριτή, ο Τραμπ θα στραφεί εναντίον του.

Προς το παρόν ο Αμερικανός Πρόεδρος φαίνεται να ξεμένει από επιλογές για να σταματήσει τη ζημιά που μπορεί να του κάνει ο Φλιν. Μάλιστα έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα μόνος του, twittάροντας ότι αναγκάστηκε να απολύσει τον Φλιν γιατί είπε ψέματα στο FBI και τον αντιπρόεδρο Πενς. Για τον Πενς γνωρίζαμε από τότε, αλλά με το tweet αυτό, ο Τραμπ ουσιαστικά παραδέχεται ότι γνώριζε πως ο Φλιν είπε ψέματα στο FBI.

Κι αυτό την εποχή που κατηγορείται ότι απαίτησε από τον επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ  να σταματήσει την έρευνα για τον Φλιν. Η συνέχεια γνωστή. Απέλυσε τον Κόμεϊ. Αυτό συμβάλει στην εξαγωγή του συμπεράσματος ότι ο Τραμπ επιχείρησε να παρεμποδίσει την δικαιοσύνη κι ότι η απόλυση του Κόμεϊ, δεν είχε σχέση, όπως υποστήριζε ο ίδιος, με την έρευνα για την Χίλαρι Κλίντον. Τα πράγματα έγιναν μάλλον χειρότερα όταν ο προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ «ανέλαβε την ευθύνη» για το tweet που «έκαψε» τον πρόεδρο και μάλιστα με τη δικαιολογία ότι δεν ξέρει από twitter. Πως ένας επαγγελματίας δικηγόρος τέτοιου βεληνεκούς κάνει ένα τέτοιο λάθος ενοχοποιώντας τον πελάτη του – που παρεμπιπτόντως είναι ο πλανητάρχης – και μάλιστα στο γνωστό ύφος twittαρίσματος του Αμερικανού Προέδρου;

Αναφορικά με τις επιλογές του Τραμπ τώρα. Θα μπορούσε να δώσει χάρη στον Φλιν αλλά αυτό θα συνεπαγόταν σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους και μάλλον δεν θα έλυνε το πρόβλημα έτσι κι αλλιώς. Αν αποκρύψει τις αρχικές κατηγορίες κατά του Φλιν από το Γραφείο του Ειδικού Ανακριτή θα αφήσει περιθώριο στις πολιτείες να καταθέσουν τις δικές τους κατηγορίες για τις διάφορες υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται ο πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας. Η προεδρική χάρη αφορά μόνο τα ομοσπονδιακά εγκλήματα κι όχι τα εγκλήματα σε μια πολιτεία. Κι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι Γενικοί Εισαγγελείς και των 50 Πολιτειών δεν θα έδιναν την ευκαιρία να ξεκινήσει μια έρευνα, αν οι γερουσιαστές παρεμποδίζονταν από την προεδρική χάρη.

Ο Τραμπ θα μπορούσε επίσης να χειραγωγήσει τον τερματισμό της έρευνας του ειδικού ανακριτή αλλά κι αυτό θα συνεπαγόταν τεράστιο πολιτικό κίνδυνο. Θα μπορούσε ακόμη και να προκαλέσει μια δίωξη ανάλογη του σκανδάλου Watergate για παρεμπόδιση της δικαιοσύνης. Επίσης ακόμη κι αυτό δεν θα εξάλειφε την πιθανότητα κάποια πολιτεία να ασκήσει κατηγορίες εναντίον του Φλιν, οπότε δεν θα εξάλειφε και την πιθανότητα ο Φλιν να δώσει ενοχοποιητικά στοιχεία για τον Τραμπ.

Αν ο Τραμπ κάνει κάποια από τις δυο παραπάνω επιλογές ουσιαστικά θα επιβεβαιώσει ότι κάνει πόλεμο στην αλήθεια. Μέχρι στιγμής αυτό που κάνει είναι να υποστηρίζει ότι τα στοιχεία είναι άνευ σημασίας και να υπονομεύει την αξιοπιστία των όσων τα παρουσιάζουν. Αυτό είναι το παιχνίδι που παίζει από την αρχή. Το ζήτημα είναι αν μπορεί να κερδίσει αυτό το παιχνίδι.

Κορυφαίοι Δημοκρατικοί που συμμετέχουν στην έρευνα για την ρωσική παρέμβαση στις προεδρικές εκλογές του 2016, πιστεύουν, σύμφωνα με το Politico, ακριβώς ότι ο ειδικός ανακριτής Ρόμπερτ Μιούλερ χτίζει μια υπόθεση παρεμπόδισης της δικαιοσύνης που θα μπορούσε να εμπλέξει τον ίδιο τον Τραμπ.

Ο Άνταμ Σιφ από την Καλιφόρνια, ο κορυφαίος των Δημοκρατικών της Επιτροπής Ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων δήλωσε ότι ο Φλιν θα μπορούσε να πει στον ανακριτή πως άλλα πρόσωπα από τον στενό κύκλο του Τραμπ ή ακόμη και ο ίδιος ο πρόεδρος διέταξε τις συνομιλίες με τους Ρώσους που είχαν στόχο να υπονομεύσουν τις κυρώσεις που επέβαλε η κυβέρνηση Ομπάμα. «Όσο περισσότερο εμπλέκεται στην υπόθεση ως ενορχηστρωτής και γνώστης, τόσο ισχυροποιείται η περίπτωση παρεμπόδισης της δικαιοσύνης», τόνισε ο Σιφ.

Ο δε γερουσιαστής των Ρεπουμπλικάνων Λίντσεϊ Γκράχαμ, που είναι και μέλος της Δικαστικής Επιτροπής του σώματος, αρνήθηκε να μιλήσει για το αν τίθεται ή όχι ζήτημα παρεμπόδισης της Δικαιοσύνης, ενώ παραδέχτηκε ότι «αν υπήρξε συντονισμός, μεταξύ της εκστρατείας Τραμπ και των Ρώσων, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο πρόσωπο που θα ξέρει περισσότερα γι’ αυτό από τον Φλιν».

Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι πράγματι ο Μιούλερ χτίζει μια σοβαρή υπόθεση του Τραμπ, πράγμα που δείχνει ότι δεν υπάρχει μόνο καπνός αλλά πραγματική φωτιά. Ωστόσο, υποστηρίζουν ότι αυτή δεν θα οδηγήσει σε δεύτερο Watergate δηλαδή Russiagate. Κι αυτό γιατί μια απόφαση εναντίον του Τραμπ είναι πολιτική. Και προς το παρόν τίποτα δεν δείχνει ότι υπάρχει η βούληση στο Κογκρέσο να κινήσει τις διαδικασίες για μια πρόταση μομφής κατά του Τραμπ.

Σύμφωνα με το The Week, οι Ρεπουμπλικάνοι στο Κογκρέσο έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν θα ενεργήσουν εναντίον του Τραμπ όσο αυτός είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να περάσουν την ατζέντα τους. Και μόλις το περασμένο Σάββατο, η Γερουσία ψήφισε το φορολογικό νομοσχέδιο, κάτι το οποίο οι Ρεπουμπλικανοί επιδιώκουν από την αρχή της θητείας του Τραμπ.

Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που μειώνει τους φόρους για τους πλούσιους, τους αυξάνει για τη μεσαία τάξη και παράλληλα αφαιρεί το δικαίωμα της υγειονομικής περίθαλψης και των κοινωνικών υπηρεσιών από εκατομμύρια ανθρώπους. Ο Τραμπ θα υπογράψει το νομοσχέδιο όταν περάσει και φτάσει στην τελική του μορφή και αυτό είναι το μόνο που νοιάζει τον πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιν και τον επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Γερουσία Μιτς ΜακΚόνελ.

Σύμφωνα με αυτή την άποψη ο Τραμπ θα συνεχίσει να ενεργεί ατιμώρητα διότι θα έχει κάλυψη. Και θα έχει κάλυψη διότι είναι διατεθειμένος να στηρίξει μια απίστευτα αντιδημοφιλή ατζέντα. Μένει να φανεί αν ο Φλιν θα το αλλάξει αυτό.

 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ-Reuters-AFP