Άλλα λέει ο Τραμπ άλλα οι υπουργοί του – Πολ Μέισον: «Ο Τραμπ δεν θα μείνει στην προεδρία πάνω από 12 μήνες»

Καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε την επιθετική ρητορική του κατά της Βόρειας Κορέας, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης διαπιστώνουν δυσαρμονία και έλλειψη συντονισμού, σχολιάζει η εφημερίδα “The Washington Post.”

Αυτό που αρκετοί εκτός του Λευκού Οίκου -αλλά και μερικοί στο εσωτερικό του- μετέφρασαν ως μια μη πειθαρχημένη προεδρική έκρηξη είναι ο συνήθης τρόπος με τον οποίο εκφράζεται ο Τραμπ, στο πλαίσιο μιας συμφωνημένης πολιτικής για την κλιμάκωση της πίεσης που ασκείται από την Ουάσινγκτον κατά της Πιονγιάνγκ, σύμφωνα με την Σάρα Σάντερς, που είναι η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου. “Οι λέξεις ήταν δικές του. Ο τόνος και η δυναμική του μηνύματος είχαν συζητηθεί προηγούμενα”, δήλωσε χαρακτηριστικά η Σάντερς για την επιθετική δήλωση που έκανε την Τρίτη ο Τραμπ, αναφορικά με την αντίδραση των ΗΠΑ με “φωτιά και οργή, όπως ποτέ άλλοτε δεν είδε ο κόσμος” στις προκλήσεις της Βόρειας Κορέας.

Στο αμερικανικό υπουργείο των Εξωτερικών, η εκπρόσωπος Τύπου Χέδερ Νιούριτ συμφώνησε δηλώνοντας πως “όλοι ψέλνουμε τα ίδια τροπάρια”.

Ωστόσο, τόσο συνεργάτες του Τραμπ όσο και μερικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, αλλά και μέλη του Κογκρέσου διαπιστώνουν μία ανησυχητική δυσαρμονία, αλλά και μία έλλειψη συντονισμού, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την πλέον επικίνδυνη δυνητικά κρίση στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Καθώς το καθεστώς της Βόρειας Κορέας συμπεριέλαβε χθες το Γκουάμ στο επιθετικό πλαίσιο των απειλών του, μέσω της απειλής για την “ταυτόχρονη εκτόξευση τεσσάρων” μεσαίας ακτίνας δράσης βαλλιστικών πυραύλων, ενώ χαρακτήρισε την δήλωση του Τραμπ “πλήρη ανοησία,” οι αξιωματούχοι της αμερικανικής εθνικής ασφάλειας έχουν αναλάβει μία δύσκολη αποστολή. Από την μια μεριά, προσπαθούν να καθορίσουν μία γραμμή υποστήριξης του προέδρου Τραμπ κι από την άλλη μεριά, προσπαθούν να είναι καθησυχαστικοί έναντι της αναταραχής που προκάλεσε η προεδρική δήλωση περί “φωτιάς κι οργής”.

Ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον επιστρέφοντας από μία επίσκεψη στην Ασία, που είχε ως στόχο την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στις αμερικανικές κινήσεις για την κλιμάκωση της άσκησης πίεσης στην Πιονγιάνγκ, δήλωσε από την μεριά του, ότι ήταν “μία πολύ καλή εβδομάδα” από πλευράς της παγκόσμιας ενότητας. Σε ερώτηση σχετικά με την επιθετική δήλωση του προέδρου Τραμπ κατά της Βόρειας Κορέας στην διάρκεια της πτήσης από την Μαλαισία κι ενώ ανεφοδιάστηκε στο Γκουάμ νωρίς χθες το πρωί, η προσέγγιση του Τίλερσον ήταν διαφορετική. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ έδωσε έμφαση “στην ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Βόρειας Κορέας με την Κίνα και την Ρωσία να είναι μαζί μας”.

Προειδοποιώντας την Βόρεια Κορέα, σύμφωνα με τον Τίλερσον, ο Τραμπ μίλησε την γλώσσα την οποία ο ηγέτης της, Κιμ Γιονγκ Ουν, “μπορεί να καταλάβει”. “Νομίζω ότι ο πρόεδρος ήθελε να είναι ξεκάθαρος προς το καθεστώς της Βόρειας Κορέας για την αδιαμφισβήτητη ικανότητα των ΗΠΑ ν’ αμυνθούν υπερασπίζοντας την επικράτειά τους… και τους συμμάχους τους”, τόνισε ο ίδιος μέσα στο αεροσκάφος. “Οι Αμερικανοί πρέπει να κοιμούνται καλά και να μην ανησυχούν για την ρητορική που χρησιμοποίησε κατά τις τελευταίες ημέρες”, συμπλήρωσε. Σε μία από τις πιο προκλητικές της κινήσεις, η Πιονγιάνγκ απείλησε να στρέψει τους βαλλιστικούς της πυραύλους κατά του Γκουάμ, που είναι αμερικανική περιοχή με 160.000 κατοίκους.

Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Τζιμ Μάτις, ταξιδεύοντας στην Δυτική Ακτή των ΗΠΑ προχώρησε στην ακόλουθη δήλωση, την οποία δημοσιοποίησε το Πεντάγωνο: “Καθώς το υπουργείο των Εξωτερικών καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επίλυση του προβλήματος με αυτήν την παγκόσμια απειλή, μέσω της χρήσης διπλωματικών μέσων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι συμμαχικές στρατιωτικές δυνάμεις, τώρα, αντιπροσωπεύουν την πιο εξειδικευμένη, άριστα εκπαιδευμένη κι αμυντικά δυναμική στρατιωτική δύναμη σε ολόκληρο τον κόσμο για την εκπλήρωση αποστολών αμυντικού κι επιθετικού χαρακτήρα”.

“Το καθεστώς της Βόρειας Κορέας θα χάσει οποιαδήποτε πολεμική σύγκρουση προκαλέσει, ενώ οι προκλητικές ενέργειες θ’ αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά και με απόθεμα ισχύος από εμάς”, τόνισε ο Μάτις.

Ο Σεμπάστιαν Γκόρκα αξιολόγησε την κατάσταση έντασης με την Βόρεια Κορέα, υποστηρίζοντας ότι “είναι ανάλογη με την πυραυλική κρίση της Κούβας”. Μιλώντας χθες το πρωί στην εκπομπή “Fox & Friends” στο τηλεοπτικό κανάλι Fox News, ο Γκόρκα δήλωσε: “Δεν είμαστε απλά μια υπερδύναμη. Ήμασταν μια υπερδύναμη. Τώρα είμαστε η υπέρτατη δύναμη. Κανείς στον κόσμο και ιδίως η Βόρεια Κορέα δεν μπορεί να προκαλέσει την ικανότητα των ενόπλων μας δυνάμεων είτε σε συμβατικό, είτε σε πυρηνικό, είτε σε επίπεδο ειδικών δυνάμεων”, τόνισε ο ίδιος.

Ο Γκόρκα συνέχισε με μία άμεση απειλή κατά της Βόρειας Κορέας. “Έτσι, το μήνυμα αυτό είναι ξεκάθαρο: Πιονγιάνγκ, μην δοκιμάσεις την αντοχή αυτής της αμερικανικής κυβέρνησης”, τόνισε.

Στο μεταξύ, μερικοί από τους συμμάχους των ΗΠΑ τήρησαν αποστάσεις από την κλιμάκωση της επιθετικής ρητορικής του προέδρου Τραμπ, υποστηρίζοντας την ανάγκη υλοποίησης μεγαλύτερων διπλωματικών προσπαθειών προκειμένου να διεξαχθούν διπλωματικές συνομιλίες. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών έκανε έκκληση για “μετριοπάθεια από όλες τις πλευρές” τονίζοντας ότι “η κλιμάκωση της έντασης και η ανταλλαγή επιθετικών μηνυμάτων, δεν θα βοηθήσει”. Η ΕΕ υποστήριξε ότι“ η διαρκής ειρήνη και η αποπυρηνικοποίηση της Κορεατικής Χερσονήσου πρέπει να επιτευχθεί με πολιτικά μέσα, χωρίς την ανάληψη στρατιωτικής δράσης”.

Στη Νέα Ζηλανδία, ο πρωθυπουργός Μπιλ Ίνγκλις υποστήριξε ότι τα σχόλια του Τραμπ “δεν βοηθούν” σε μία κατάσταση έντασης, η οποία “έχει ήδη κλιμακωθεί”. Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Μάλκολμ Τέρνμπουλ προειδοποίησε ότι η αντίδραση στις απειλές της Βόρειας Κορέας με “φωτιά και οργή” θα έχει “καταστροφικές συνέπειες” σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Νότια Κορέα χαρακτήρισε την κατάσταση “πολύ σοβαρή,” τονίζοντας, ωστόσο, ότι δεν πιστεύει πως θα εξελιχθεί σε πολεμική κρίση, σύμφωνα με το πρακτορείο ειδήσεων Yonhap.

Η αντίδραση του Κογκρέσου ήταν ανάμεικτη, με τα μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος ομόφωνα να χαρακτηρίζουν την επιθετική ρητορική του Τραμπ ασυνεπή κι επικίνδυνη. “Η επιθετική ρητορική του προέδρου Τραμπ υποβαθμίζει την παγκόσμια αξιοπιστία των ΗΠΑ κι είναι απίθανο ότι θ’ αποκλιμακώσει την κατάσταση. Χρειαζόμαστε λιγότερο επιθετικές λέξεις και υπεροπτικές αναρτήσεις στο Twitter από τον πρόεδρο και τους τηλεοπτικούς αντικαταστάτες του, ενώ περισσότερη προσπάθεια απαιτείται προκειμένου να συνεργαστούμε με τους διεθνείς συμμάχους μας, επεκτείνοντας την αντιπυραυλική άμυνα και την αποτροπή”, δήλωσε χαρακτηριστικά ο Δημοκρατικός Γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ.

Πηγή: The Washington Post

 

Πολ Μέισον: «Ο Τραμπ δεν θα μείνει στην προεδρία των ΗΠΑ πάνω από 12 μήνες»

Η ακροδεξιά των ΗΠΑ βρίσκεται σε δίλημμα αν θα συνεχίσει να στηρίζει τον Αμερικανό πρόεδρο ή θα προτιμήσει μία συντηρητική αλλά και φιλελεύθερη προεδρία υπό τον Μάικ Πενς , σύμφωνα με τον Πολ Μέισον.

Σε άρθρο του στην βρετανική εφημερίδα Guardian ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας θεωρεί πιθανό ο Ντόναλντ Τραμπ να χάσει τη θέση του στο οβάλ γραφείο μέσα στους επόμενους 12 μήνες.

«Το σενάριο που προωθούν κύκλοι των Δημοκρατικών είναι ότι ο Τραμπ προσπαθεί και αποτυγχάνει να απολύσει τον (ειδικό ανακριτή) Ρόμπερτ Μιούλερ, ένας ή περισσότεροι ύποπτοι παίρνουν ασυλία και τελικά αποκαλύπτουν τα πάντα. Στη συνέχεια, ο Τραμπ είτε παραιτείται είτε του απαγγέλλονται κατηγορίες. Ο Μάικ Πενς γίνεται πρόεδρος. Μόνο τότε θα μάθουμε τι θέλουν πραγματικά οι δεξιοί δισεκατομμυριούχοι που βρίσκονται πίσω από την προεδρία Τραμπ» γράφει ο Πολ Μέισον.

Και συνεχίζει: «Διότι ο Τραμπ δεν ήταν ποτέ η πρώτη τους επιλογή: για τους πρώτους έξι μήνες της εκστρατείας του, ο κύριος χορηγός από την ελίτ στην εκστρατεία του Τραμπ ήταν ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ. Μόνο όταν ο θρησκευτικός συντηρητικός υποψήφιος, Τεντ Κρουζ απέτυχε να ξεσηκώσει τις μάζες, τα χρήματα των ακροδεξιών επιχειρήσεων πήγαν στον Τραμπ».

Όπως εξηγεί ο Βρετανός δημοσιογράφος υπάρχουν δύο διαφορετικές στρατηγικές στην αμερικανική Δεξιά, η οποία μέχρι τα Χριστούγεννα θα αντιμετωπίσει το δίλλημα Τραμπ ή Πενς.

«Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο διακριτά αλλά αλληλεπικαλυπτόμενα σχέδια της Δεξιάς στις ΗΠΑ. Το ένα που σχετίζεται με τους αδελφούς Κοχ, περιγράφεται καλύτερα από τον ευφημισμό του ως “εισοδηματική άμυνα”. Βλέπει κάθε δολάριο του χρέους των 19 δισεκατομμυρίων δολαρίων των ΗΠΑ ως μελλοντική απαίτηση από τα κέρδη ιδιωτικών επιχειρήσεων. Θέλει χαμηλή φορολογία και, όπως είπε ο υποστηρικτής του Τραμπ, Ρόμπερτ Μέρσερ, ένα κράτος “που θα μειωθεί σε μέγεθος και θα είναι μικρότερο της καρφίτσας”. Πάνω απ ‘όλα, θέλει την κατάργηση των κανονισμών για τις μεγάλες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένου του κατώτατου μισθού, ο οποίος αρνείται στους φτωχότερους ανθρώπους της Αμερικής «’την ευκαιρία για επιτυχία», όπως την αποκαλεί ο κορυφαίος επικοινωνιολόγος των Κοχ», σημειώνει ο Πολ Μέισον.

Σύμφωνα με τον Βρετανό δημοσιογράφο, η άλλη τάση στην αμερικανική Δεξιά «θέλει ένα κατασταλτικό κράτος, επιβεβλημένους συντηρητικούς κοινωνικούς κανόνες και – αν είναι απαραίτητο – ένα «ξεκοιλιασμένο» Σύνταγμα για να το επιτύχει».

«Από τη στιγμή που ο εξωτερικός περιορισμός εξανεμίζεται, η σύγχρονη Δεξιά έχει αυτό το ανεπίλυτο δίλημμα: τα επίπεδα της οικονομικής ελευθερίας που θέλει πάντα δημιουργούν επίπεδα δυσαρέσκειας που απαιτούν την ελάττωση της πολιτικής ελευθερίας. Οι τύποι που ενισχύουν το Brexit εδώ και οι τύποι του Στιβ Μπάνον στις ΗΠΑ μοιράζονται μια φαντασία για το είδος της κοινωνίας που καθοδηγείται από την αγορά και που επιθυμούν να ζήσουν, αλλά δεν βλέπουν τρόπους για να το πετύχουν πέρα από μια περίοδο χάους», υπογραμμίζει ο Μέισον.

Και καταλήγει: «Αυτό που δημιούργησαν, από τον Ιούνιο έως το Νοέμβριο του 2016, ήταν δύο ασταθείς δημοκρατίες. Ασταθείς όχι επειδή τα θεσμικά τους όργανα είναι αδύναμα αλλά επειδή οι ελίτ τους είναι διαιρεμένες και ο πολιτικός φιλελευθερισμός χωρίς κατεύθυνση. Η απαγγελία κατηγοριών στον Τραμπ ή η αναβολή του Brexit δεν θα λύσει αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα».